| SPA Localización ENG Localization POR Localização |
Περιεχόμενα
Εισαγωγή | Ορισμός της επιχώριας προσαρμογής | Ιστορική εξέλιξη | Έπισκόπηση της έρευνας γύρω από την επιχώρια προσαρμογή | Περαιτέρω έρευνα
![]() |
|
| Διάφοροι τύποι επιχώριας προσαρμογής. Προσαρμογή γραφήματος από το Jimenez-Crespo (2011b: 4). |
Η επιχώρια προσαρμογή αποτελεί μια σύνθετη τεχνολογική, κειμενική, επικοινωνιακή και γνωσιακή διαδικασία, η οποία επιτρέπει την επεξεργασία διαδραστικών ψηφιακών κειμένων, με στόχο τη χρήση τους σε νέα γλωσσικά και κοινωνιοπολιτισμικά πλαίσια, διαφορετικά από εκείνα της αρχικής τους παραγωγής (Jiménez-Crespo 2008: 2013). Οι διαδικασίες «επιχώριας προσαρμογής» προέκυψαν λόγω των ιδιαιτεροτήτων που παρουσιάζουν αυτά τα νέα κειμενικά είδη όσον αφορά την ανάπτυξη, την παραγωγή,
την αποθήκευση, τη διανομή και την πρόσληψή τους, καθώς και λόγω της ανάγκης για μετάφραση ψηφιακών και διαδραστικών κειμενικών ειδών. Η επιχώρια προσαρμογή αποτελεί έναν ενιαίο κύκλο, στον οποίο συνεργάζονται δυναμικά, ανάλογα με τον τύπο και το μέγεθος του εκάστοτε έργου, διάφοροι επαγγελματίες, όπως μεταφραστές, ειδικοί επιχώριας προσαρμογής, προγραμματιστές και διαχειριστές επιχώριας προσαρμογής (Pym 2011: 410- Dunne 2014). Πρόκειται για έναν εδραιωμένο και ιδιαίτερα κερδοφόρο κλάδο, ο οποίος αποτελεί κύριο μοχλό ανάπτυξης της γλωσσικής βιομηχανίας, καθώς η βιομηχανία των «ψηφιακών τεχνολογιών και πρακτικών» ανέρχεται σε πάνω από 30 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως (GALA 2016). Αποτελεί εδραιωμένο κλάδο, ο οποίος διαθέτει εξειδικευμένες ενώσεις και ηλεκτρονικούς χώρους συζήτησης, όπως τον οργανισμό Globalization and Localization Association (GALA) με το ετήσιο συνέδριό του, τη σειρά συνεδρίων Localization World (που ξεκίνησε το 2003), καθώς και άλλες εκδηλώσεις, όπως το συνέδριο Translation and Localization Conference (TLC). Αποτελεί, επίσης, διακριτό ερευνητικό κλάδο εντός του πεδίου της Μεταφρασεολογίας, ενώ έχει προταθεί η σύσταση «Σπουδών επιχώριας προσαρμογής» (Localization Studies) ως ένα διεπιστημονικό πεδίο δράσης (Sandrini 2005, Jiménez-Crespo 2013, Munday 2016). Η έρευνα στο εν λόγω πεδίο ξεκινά τη δεκαετία του 1990, με εξειδικευμένα επιστημονικά περιοδικά όπως το Localization Focus, το Journal of Internationalization and Localization (JIAL), ειδικά τεύχη του περιοδικού Tradumàtica, καθώς και μονογραφίες για τα διάφορα είδη επιχώριας προσαρμογής, π.χ. την επιχώρια προσαρμογή λογισμικού (Esselink 2000, Pym 2004, Dunne 2006, Roturier 2015), δικτυακών τόπων (Jiménez-Crespo 2013) και βιντεοπαιχνιδιών (O'Hagan & Mangiron 2013).
Ορισμός της επιχώριας προσαρμογής
Ο όρος «επιχώρια προσαρμογή» (L10N) πρωτοεμφανίστηκε στον χώρο της γλωσσικής βιομηχανίας, για να περιγράψει τις μεταφραστικές διαδικασίες που εφαρμόζονται σε ψηφιακά και διαδραστικά κειμενικά είδη. Η προέλευσή του εντοπίζεται στην έννοια του «επιχωρίου», δηλαδή στον συνδυασμό γλώσσας, περιοχής και πολιτισμού. Τα «επιχώρια» ρυθμίζονται από το ISO 639-1 και στο πλαίσιο των διεθνών επιχειρήσεων ταυτίζονται με την έννοια των «αγορών» (Pym 2004: 40). Περιλαμβάνουν πληροφορίες που σχετίζονται με συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές και γλώσσες, όπως στοιχεία που αφορούν τον πολιτισμό, το δίκαιο, την ηθική, την ιδεολογία, την πολιτική ή την τεχνολογία (διάταξη πληκτρολογίου, μορφή ημερομηνίας, μονάδες μέτρησης ή αριθμοί) (Microsoft 1994). Ένας από τους πιο διαδεδομένους ορισμούς της επιχώριας προσαρμογής διαχρονικά είναι αυτός που προτάθηκε από τον οργανισμό «Localization Industry Standards Association» (LISA). Σύμφωνα με τον δικτυακό τόπο του οργανισμού LISA, η επιχώρια προσαρμογή περιλαμβάνει «τη διαδικασία τροποποίησης ενός προϊόντος ώστε να καταστεί γλωσσικά και πολιτισμικά κατάλληλο για το επιχώριο στόχο (χώρα/ περιοχή και γλώσσα) όπου θα χρησιμοποιηθεί και θα πωληθεί» (LISA 2003: 2013). Η διαδικασία αυτή αποσκοπούσε «στη διάθεση ενός τελικού προϊόντος που δίνει την εντύπωση ότι έχει δημιουργηθεί για την αγορά-στόχο, με σκοπό την παράλειψη ή τον περιορισμό περιεχομένου που ενδεχομένως να είναι ευαίσθητο για το κοινό-στόχο» (GALA 2011, αναφ. στο Jiménez- Crespo 2013: 14). Ο ορισμός αυτός διαχώρισε την επιχώρια προσαρμογή από τη μετάφραση, η οποία σε αυτό το πλαίσιο γίνεται αντιληπτή ως μια απλούστερη διαδικασία γλωσσικής ισοδυναμίας για τη μετάφραση συμβολοσειρών κειμένου μέσα σε πρόγραμμα λογισμικού ή βιντεοπαιχνιδιού. Με βάση αυτή την απλουστευτική προσέγγιση, η επιχώρια προσαρμογή νοείται ως μια «ευρύτερη και πιο περίπλοκη» διαδικασία από τη μετάφραση αυτή καθαυτή (Pym 2004: 25) και περιλαμβάνει στοχευμένες προσαρμογές σε πολιτισμικό, τεχνικό, νομικό ή οπτικό επίπεδο, διαδικασίες συνεργασίας μεταξύ επαγγελματιών, καθώς και πρακτικές σε τεχνολογικό επίπεδο και σε επίπεδο ανάπτυξης προϊόντων.
Αρχικά, οι μεταφρασεολόγοι υιοθέτησαν αυτού του είδους τις προσεγγίσεις και νοηματοδοτήσεις στο πλαίσιο του κλάδου της «Τεχνοστρεφούς» Περιγραφικής Μεταφρασεολογίας (π.χ. Esselink 2000- Dunne 2006, 2014). Η οπτικοακουστική μετάφραση αποτέλεσε το πρώτο υποπεδίο που ανέπτυξε θεωρητικές προσεγγίσεις, οι οποίες ενσωμάτωναν την επιχώρια προσαρμογή στο πεδίο της Μεταφρασεολογίας. Σύμφωνα με ορισμένες μελέτες η επιχώρια προσαρμογή αποτελούσε τύπο μετάφρασης όπως η «περιορισμένη» μετάφραση (Mayoral 1997), η μετάφραση «οθόνης» ή η«πολυτροπική» μετάφραση (Hurtado 2001). Στους εν λόγω τύπους η διαδικασία της μετάφρασης περιορίζεται από διάφορες παραμέτρους, όπως ο διαθέσιμος χώρος στην οθόνη ή τα πολυτροπικά στοιχεία. Σε αυτό το πλαίσιο η πολυτροπικότητα αναφέρεται στο γεγονός ότι ένα κείμενο αποτελεί ενιαίο σύνολο που περιλαμβάνει κειμενικές, οπτικές, ηχητικές και κιναισθητικές πληροφορίες. Αυτές οι πρώτες θεωρητικές προσεγγίσεις άνοιξαν τον δρόμο για την ανάπτυξη ενός ξεχωριστού κλάδου στο πεδίο της Μεταφρασεολογίας (Pym 2004, 2011- Mazur 2009- O'Hagan & Mangiron 2013), Jiménez-Crespo 2013, 2016, 2018). Οι δημοσιεύσεις αυτές ορίζουν την επιχώρια προσαρμογή ως έναν τύπο μετάφρασης με τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως ακριβώς ο υποτιτλισμός ή τη μεταγλώττιση. Οι ιδιαίτερες διαδικασίες του νέου αυτού τύπου περιλαμβάνουν τεχνικές προσαρμογές, διαδικασίες διαχείρισης και ξεχωριστές διαδικασίες ελέγχων. Τα ζητήματα αυτά απαιτούν για την ολοκλήρωση της διαδικασίας της επιχώριας προσαρμογής τη συνεργασία μεταξύ επαγγελματιών διαφορετικών κλάδων (Pym 2011: 414). Επιπλέον, η επιχώρια προσαρμογή διαφέρει από άλλες διαδικασίες και τύπους μετάφρασης, καθώς εφαρμόζεται σε συγκεκριμένα ψηφιακά κειμενικά είδη, τα οποία εντοπίζονται σε διαδραστικές ψηφιακές πλατφόρμες (π.χ. λογισμικό επεξεργασίας κειμένου, εταιρικοί δικτυακοί τόποι και δικτυακοί τόποι για ηλεκτρονικές αγορές, βιντεοπαιχνίδια δράσης ή ρόλων, εφαρμογή χαρτογράφησης για κινητά τηλέφωνα κ.λπ.) (Jiménez-Crespo 2016). Στο πλαίσιο αυτής της θεωρητικής προσέγγισης, η επιχώρια προσαρμογή έχει οριστεί ως τύπος μετάφρασης:
[...] Ένας τύπος μετάφρασης που περιλαμβάνει μια σύνθετη κειμενική, επικοινωνιακή, γνωσιακή και τεχνολογική διαδικασία, μέσω της οποίας ένα κείμενο σε ψηφιακή μορφή και σε διαδραστικό περιβάλλον τροποποιείται, για να χρησιμοποιηθεί σε ένα γλωσσικό και κοινωνιοπολιτισμικό πλαίσιο υποδοχής, διαφορετικό από το πρωτότυπο, σύμφωνα με τις προσδοκίες του κοινού-στόχος και τις οδηγίες ή το επίπεδο επιχώριας προσαρμογής που έχει αναθέσει ο εμπνευστής του έργου.
(Jiménez Crespo 2008: 40).
Ο ορισμός αυτός συμβαδίζει με τις θεωρητικές προσεγγίσεις της μετάφρασης (Hurtado 2001: 40) που την αντιλαμβάνονται ως μια κειμενική, γνωσιακή και επικοινωνιακή διαδικασία, καθώς και ως έναν τύπο με τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (Hurtado 2001: 58). Επιπρόσθετα, η επιχώρια προσαρμογή περιλαμβάνει μια τεχνολογική παράμετρο, απαραίτητη για να ανταποκριθεί (1) στην ιδιαιτερότητα ανάπτυξης και επεξεργασίας των προϊόντων, (2) στην ψηφιακή και διαδραστική φύση των κειμένων, καθώς και (3) στις ανάγκες του χρήστη, με βάση τις λειτουργικές προσεγγίσεις.
Το πεδίο της «επιχώριας προσαρμογής» και η εφαρμογή της σε άλλους τομείς της Μεταφρασεολογίας
Η πρόοδος που σημειώθηκε με την πάροδο του χρόνου στην επιστήμη της Μετάφρασης, αλλά και τις θεωρίες που αναπτύχθηκαν γύρω από αυτήν, οδήγησε στην εμφάνιση του θεωρητικού πεδίου της «επιχώριας προσαρμογής» (Pym 2009). Πρόκειται για τη διεύρυνση της έννοιας της «τοπικής προσαρμογής» ή αλλιώς της «προσαρμογής στον τοπικό πολιτισμό» σε πεδία όπως η μετάφραση του κινηματογράφου, του θεάτρου, των ειδήσεων, της διαφήμισης (Declercq 2011) και των κόμικς (Zanettin 2008). Η διεύρυνση αυτή σημειώθηκε κυρίως στο πλαίσιο της οπτικοακουστικής μετάφρασης και οφείλεται σε κοινά χαρακτηριστικά με την επιχώρια προσαρμογή, όπως η εμφάνιση της μετάφρασης στην οθόνη/ στη σκηνή, οι διεπιστημονικές ομάδες συνεργασίας και οι θεωρητικές συζητήσεις για την προσαρμογή ή την οικειοποίηση στο τοπικό κοινό (Gambier 2013). Άλλοι παράγοντες βάσει των οποίων συσχετίστηκε εξ αρχής η επιχώρια προσαρμογή με την οπτικοακουστική μετάφραση ήταν οι βασικές παράμετροι αξιολόγησης των μεταφρασμάτων, όπως η προσβασιμότητα του προϊόντος, η χρηστικότητά του και ο βαθμός στον οποίο γίνεται κατανοητό (Gambier 2013: 58). Παρ' όλα αυτά, ο Gambier (2013: 46) ορθά επισημαίνει ότι η επιχώρια προσαρμογή δεν αποτελεί αποκλειστικά μορφή οπτικοακουστικής μετάφρασης. Ο ίδιος αναφέρει ότι η επιχώρια προσαρμογή βιντεοπαιχνιδιών θα μπορούσε να ενταχθεί στον τύπο της οπτικοακουστικής μετάφρασης, καθώς περιέχει βασικά της στοιχεία, όπως τον υποτιτλισμό, τη μεταγλώττιση και την επιγλώττιση (voice-over) (O'Hagan 2019). Όσον αφορά τη μετάφραση των κόμικς, διάφοροι ερευνητές υιοθέτησαν την έννοια της επιχώριας προσαρμογής για να αναφερθούν στη «δημοσίευση προϊόντων-στόχων σχεδιασμένων για ένα εμφανώς διαφορετικό κοινό» (Zanettin 2008: 200). Το πεδίο της επιχώριας προσαρμογή θεωρήθηκε ιδανικό για τη μετάφραση των βιβλίων κόμικς καθώς υφίστανται ομάδες συνεργασίας, πολιτισμικές προσαρμογές και προσαρμογές σε σχέση με το προϊόν, αλλά και επιρροές από τις αγοραστικές και οικονομικές δυνάμεις, οι οποίες διαμορφώνουν τις προσαρμοστικές στρατηγικές που υιοθετούνται.
Η επιχώρια προσαρμογή χρονολογείται από τη δεκαετία του 1980, περίοδο κατά την οποία άρχισε να εμφανίζεται το λογισμικό για προσωπικούς υπολογιστές στις Ηνωμένες Πολιτείες (Esselink 2006). Ο τρόπος με τον οποίο ορίστηκε τότε ήταν ως «η διαδικασία τροποποίησης ενός προγράμματος [λογισμικού] έτσι ώστε να είναι κατάλληλο για την περιοχή στην οποία χρησιμοποιείται» (Microsoft 1994). Οι διαδικασίες επιχώριας προσαρμογής πρωτοεμφανίστηκαν σε εταιρείες όπως η Microsoft, η Oracle και η Sun Microsystems, όταν οι ίδιες προσπάθησαν να επεκταθούν σε αγορές, όπου οι χρήστες δεν μιλούσαν αγγλικά. Η βιομηχανία της επιχώριας προσαρμογής βιντεοπαιχνιδιών ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 με δημοφιλή βιντεοπαιχνίδια όπως το Pac-Man και το Donkey Kong. Τα παιχνίδια αυτά ήταν τα πρώτα που μεταφέρθηκαν από κονσόλες arcade σε οικιακές κονσόλες και σε προσωπικούς υπολογιστές όπως το ATARI, το Commodore και το Spectrum. Τη δεκαετία του 1980, άρχισαν να εμφανίζονται παγκόσμια κέντρα επιχώριας προσαρμογής, όπως για παράδειγμα αυτό της Ιρλανδίας. Τη δεκαετία του 1990 η αποκαλούμενη «βιομηχανία της επιχώριας προσαρμογής» (O'Brien, 1998) εδραιώθηκε ως ξεχωριστός τομέας της γλωσσικής βιομηχανίας. Οι διαδικασίες επιχώριας προσαρμογής λογισμικού εξελίχθηκαν σταδιακά και προσαρμόστηκαν σε νέες πλατφόρμες, όπου αναδύονταν νέα ψηφιακά κειμενικά είδη, όπως οι ιστότοποι του Παγκόσμιου Ιστού κατά τη δεκαετία του 1990, οι εφαρμογές για έξυπνα κινητά και τάμπλετ, καθώς και πληθώρα συνδεδεμένων συσκευών, όπως τα φορητά «wearables» και οι συσκευές που συνδέονται με το «Διαδίκτυο των Πραγμάτων» (IoT), όπως για παράδειγμα τα αυτοοδηγούμενα αυτοκίνητα, οι ψηφιακές οικιακές βοηθοί και τα έξυπνα ψυγεία.
Η διαδικασία της επιχώριας προσαρμογής φαίνεται να εμφανίστηκε όταν παρουσιάστηκαν δυσκολίες κατά την εφαρμογή των βασικών σταδίων ενός μεταφραστικού έργου, των λεγόμενων TEP (Μετάφραση-Επεξεργασία-Αναθεώρηση), στο πλαίσιο της μετάφρασης λογισμικού ή βιντεοπαιχνιδιών. Οι προγραμματιστές και οι υπεύθυνοι διαχείρισης έργου αντιμετώπιζαν το στάδιο της ανάπτυξης και της μετάφρασης των συμβολοσειρών κειμένου που εξάγονται από τον κώδικα προγραμματισμού ως δύο διαδοχικά στάδια. Πρώτα αναπτύσσονταν το πρόγραμμα λογισμικού, το βιντεοπαιχνίδι ή το ψηφιακό προϊόν, και στη συνέχεια μεταφράζονταν και επανεντάσσονταν οι συμβολοσειρές κειμένου. Σύντομα, όλοι οι εμπλεκόμενοι παρατήρησαν ότι ο διαχωρισμός της διαδικασίας ανάπτυξης από το στάδιο της μετάφρασης οδηγούσε σε σύνθετα και δυσεπίλυτα προβλήματα. Για παράδειγμα, τα μεταφρασμένα αποσπάσματα κειμένων ήταν εκτενέστερα σε σχέση με τα πρωτότυπα και ξεπερνούσαν τα όρια του διαθέσιμου χώρου. Άλλοτε, ορισμένες συμβολοσειρές κειμένου, οι οποίες ήταν ενσωματωμένες σε κώδικα προγραμματισμού (τα αποκαλούμενα hard-coded strings), δεν διέθεταν συμφραζόμενα καθιστώντας αδύνατη τη μετάφραση λόγω γραμματικών προβλημάτων όπως η συμφωνία στο γένος, τον αριθμό και την πτώση. Σε άλλες περιπτώσεις οι δυσκολίες αφορούσαν πολιτισμικά στοιχεία, μεταφορές ή δυτικές αντιλήψεις που δυσχέραιναν την αλληλεπίδραση του τελικού χρήστη με το ψηφιακό προϊόν. Σταδιακά, τα προβλήματα αυτά ξεπεράστηκαν με τον διαχωρισμό των κειμενικών στοιχείων που προορίζονταν για επιχώρια προσαρμογή από τον κώδικα προγραμματισμού, καθώς και με την εξαρχής προετοιμασία για επιχώρια προσαρμογή σε έναν ευρύτερο κύκλο ανάπτυξης γνωστό ως GILT (Παγκοσμιοποίηση, Διεθνοποίηση, Επιχώρια Προσαρμογή, Μετάφραση) (LISA 2003- Dunne 2006). Στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης αυτής διαδικασίας, ο όρος παγκοσμιοποίηση (G10n) αναφέρεται στη συνολική προσαρμογή των οργανισμών και των επιχειρηματικών διαδικασιών ώστε να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στις προκλήσεις της επιχώριας προσαρμογής. Για παράδειγμα, εάν ένα προϊόν περιλαμβάνει τη μεταφρασμένη φράση στα ισπανικά «Παρακαλώ καλέστε τον αριθμό Χ για περισσότερες πληροφορίες», η εταιρεία θα διαθέτει προσωπικό για να ανταποκριθεί στο αίτημα αυτό στη συγκεκριμένη γλώσσα και θα υπάρχει δυνατότητα να αποσταλεί το προϊόν σε οποιαδήποτε περιοχή της αγοράς στόχου βάσει των απαιτήσεων του εκάστοτε επιχωρίου. Ο όρος διεθνοποίηση (I18n) αφορά αλλαγές κατά την ανάπτυξη των ψηφιακών προϊόντων ώστε να καταστεί ευκολότερη στη συνέχεια, η διαδικασία της επιχώριας προσαρμογής σε διαφορετικά επιχώρια. Σε αυτό το στάδιο, ο Pym (2004, 2010) πρότεινε την έννοια των «διεθνοποιημένων κειμένων». Πρόκειται για ψηφιακά κείμενα, τα οποία παράγονται εκ των προτέρων με γνώμονα τη διαδικασία της επιχώριας προσαρμογής. Το επόμενο βήμα, η επιχώρια προσαρμογή, εμπεριέχει μεταξύ άλλων και το στάδιο της μετάφρασης. Ως διαδικασία, περιλαμβάνει και κάποια επιπλέον ειδικά στάδια που αφορούν την ανάπτυξη, την ανάλυση ποιότητας και την προσαρμογή. Ο κλάδος της βιομηχανίας, μέσα από σχετικές δημοσιεύσεις, τονίζει την ανάγκη για προσαρμογές και συνεργασία μεταξύ διαφορετικών παραγόντων με στόχο να διαχωριστεί η «επιχώρια προσαρμογή» από τη «μετάφραση». Το τελευταίο στάδιο, η μετάφραση, ενδέχεται να αποτελεί – ή και όχι – μια ξεχωριστή διαδικασία η οποία πραγματοποιείται από εξωτερικούς μεταφραστές. Κατά την εξέλιξη της επιχώριας προσαρμογής, εμφανίστηκαν ειδικά εργαλεία επιχώριας προσαρμογής λογισμικού με δυνατότητες οπτικοποίησης, όπως το Alchemist ή το Passolo, τα οποία επέτρεπαν την εργασία σε οπτικά περιβάλλοντα WYSIWYG (What You See is What You Get). Συνεπώς, η διαδικασία GILT νοείται ως ένας ολοκληρωμένος διεπιστημονικός κύκλος στον οποίο συνεργάζονται προγραμματιστές, υπεύθυνοι διαχείρισης έργου, εμπειρογνώμονες στον τομέα της διεθνοποίησης, σχεδιαστές, ειδικοί στην επιχώρια προσαρμογή ή/ και μεταφραστές με σκοπό τη διασφάλιση της συνολικής επιχώριας προσαρμογής των ψηφιακών προϊόντων. Ο κύκλος αυτός αναπτύχθηκε με την πάροδο του χρόνου μέσω διαδικασιών ανατροφοδότησης από τους μεταφραστές-ειδικούς στην επιχώρια προσαρμογή ως εμπειρογνώμονες στη διαπολιτισμική επικοινωνία. Οι εμπειρογνώμονες εντόπισαν διαχρονικά τις ιδιαιτερότητες, τα προβλήματα και τις πιθανές στρατηγικές επίλυσης που εφαρμόζουν οι φορείς της παγκοσμιοποίησης, της διεθνοποίησης και της ανάπτυξης (Jiménez-Crespo, 2008: 27).
![]() |
|
| Συμβολοσειρά κειμένου με μεταβλητές προγραμματισμού από τη συνεργατική και εθελοντική πλατφόρμα επιχώριας προσαρμογής, Facebook Translate. [Η πλατφόρμα προσφέρει τη δυνατότητα επισήμανσης μεταφραστικών ζητημάτων που σχετίζονται με τη συμφωνία γένους ή αριθμού σε συμβολοσειρές κειμένου, οι οποίες βρίσκονται υπό τη διαδικασία επιχώριας προσαρμογής. Περιλαμβάνει, επίσης, επεξηγηματικό πλαίσιο για την ενσωμάτωση της συμβολοσειράς κειμένου στο ευρύτερο επικοινωνιακό περιβάλλον της πλατφόρμας Facebook]. |
Η επιχώρια προσαρμογή αποτελεί σήμερα μια δυναμική διαδικασία, την οποία έχει περιγράψει εκτενώς η ερευνητική κοινότητα σε πληθώρα δημοσιεύσεων (Esselink 2000, Schäler 2010, Dunne 2014, O’Hagan & Mangiron 2013: 111–148). Εν συντομία, τα συνηθέστερα στάδια των διαδικασιών στον χώρο της βιομηχανίας είναι τα εξής: (1) ανάλυση του κειμένου-πηγή και του υλικού προς προσαρμογή, (2) προετοιμασία του υλικού προς επιχώρια προσαρμογή και διανομή του στους συμμετέχοντες, (3) μετάφραση των γλωσσικών και πολυτροπικών στοιχείων, (4) εκ νέου ενσωμάτωση των μεταφρασμένων και προσαρμοσμένων στοιχείων στο αρχικό περιβάλλον, (5) έλεγχος ορθής λειτουργίας του ολοκληρωμένου ψηφιακού προϊόντος και (6) αναθεώρηση και τελική επιμέλεια του έργου. Στην περίπτωση δυναμικών δικτυακών τόπων, όπως το Facebook ή το X (πρώην Twitter), η επιχώρια προσαρμογή πραγματοποιείται μέσω μιας κυκλικής, δυναμικής και μη πεπερασμένης διαδικασίας, γνωστής ως «επιχώρια προσαρμογή ενσωματωμένη στην παραγωγή προϊόντων» (continuous or agile localization). Στο πλαίσιο αυτό, αξιοποιούνται πρακτικές πληθοπορισμού σε συνδυασμό με τη μετάφραση από επαγγελματία μεταφραστή ή με τη μετεπιμέλεια μηχανικής μετάφρασης, για την αναγνώριση ενημερωμένων κειμενικών στοιχείων, τα οποία, στη συνέχεια, διανέμονται προς μετάφραση σε εθελοντές. Τα εν λόγω τμήματα κειμενικού περιεχομένου ενσωματώνονται στη συνέχεια, εκ νέου στον δικτυακό τόπο (Jiménez-Crespo 2017: 73–77). Η επιχώρια προσαρμογή γνώρισε ραγδαία ανάπτυξη και διαφοροποιήθηκε κατά τον 20ο αιώνα, χάρη στη ραγδαία εξάπλωση του Διαδικτύου (βλ. ενημερωμένα στατιστικά), των τεχνολογιών για κινητά τηλέφωνα, καθώς και στην επανάσταση των κοινωνικών δικτύων. Το Web 2.0 έφερε ριζικές αλλαγές στη συμμετοχή των χρηστών και στις δυνατότητες διάδρασης, γεγονός που συνέβαλε στην εκθετική ανάπτυξη του πληθοπορισμού και της συνεργατικής μετάφρασης ποικίλων ψηφιακών κειμενικών ειδών. Οι διαδικασίες πληθοπορισμού περιλαμβάνουν συχνά μικρο-εργασίες και ποικίλες ροές εργασιών, καθώς και τη διανομή υλικού προς μετάφραση σε συμμετέχοντες, εθελοντές ή ημιεπαγγελματίες (για αναλυτική παρουσίαση των καινοτομιών στις μεταφραστικές ροές, βλ. Jiménez-Crespo 2017: 61–96). Αυτό το εναλλακτικό συμμετοχικό πρότυπο αναδύθηκε ως απάντηση στην εκρηκτική αύξηση του ψηφιακού περιεχομένου στις σύγχρονες κοινωνίες, αλλά και στη ζήτηση εκ μέρους κοινοτήτων που ομιλούν μειονοτικές γλώσσες ή ανήκουν σε ειδικές ομάδες ενδιαφέροντος — ζήτηση που, από επιχειρηματική σκοπιά, η βιομηχανία της επιχώριας προσαρμογής συχνά αδυνατεί να καλύψει. Σήμερα, η βιομηχανία της επιχώριας προσαρμογής αποτελεί έναν ιδιαίτερα δυναμικό τομέα, με μοντέλα που συνδυάζουν προηγμένα και εξειδικευμένα συστήματα διαχείρισης, στα οποία συνεργάζονται υπεύθυνοι επιχώριας προσαρμογής, προγραμματιστές, επαγγελματίες μεταφραστές και, ενίοτε, εθελοντές.
Χρησιμοποιούνται συχνά τεχνολογίες μετάφρασης και ροές εργασιών που συνδυάζουν μεταφραστικές μνήμες με μετεπιμέλεια μηχανικής μετάφρασης. Το πεδίο συνεχίζει να εξελίσσεται με τη μετάβαση στη νεφοϋπολογιστική (cloud computing), στο πλαίσιο της οποίας έχουν αναπτυχθεί ολοκληρωμένα συστήματα επιχώριας προσαρμογής λογισμικού, εφαρμογών και δικτυακών τόπων. Τα εν λόγω συστήματα επιτρέπουν την εξ αποστάσεως αλληλεπίδραση πελατών, διαχειριστών έργου και μεταφραστών μέσω εφαρμογών που βασίζονται σε διακομιστές (server-based applications). Τα νέα μοντέλα αυτοματοποιούν τη διαχείριση της συνεργατικής συμμετοχής, των τεχνικών ζητημάτων, των δοκιμών και της ολοκλήρωσης (π.χ. Localize, Transifex, Smartling, Weblocalize, Zanata ή Crowdin). Η προαναφερθείσα «επιχώρια προσαρμογή ενσωματωμένη στην παραγωγή προϊόντων» διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στο πεδίο, καθώς αυτοματοποιεί αποδοτικά και γρήγορα τις διαδικασίες επιχώριας προσαρμογής των ενημερώσεων σε πολύγλωσσες εκδοχές δικτυακών τόπων.
Επισκόπηση της έρευνας γύρω από την επιχώρια προσαρμογή
Η έρευνα στην επιχώρια προσαρμογή είναι κατ’ εξοχήν διεπιστημονική. Η μελέτη της συνδυάζει: (1) υφιστάμενες διεπιστημονικές διασταυρώσεις της Μεταφρασεολογίας, οι οποίες εφαρμόζονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ψηφιακών κειμενικών ειδών και των διαδικασιών επιχώριας προσαρμογής, καθώς και (2) νέες διεπιστημονικές και πολυεπιστημονικές προσεγγίσεις (βλ. Jiménez-Crespo 2013: 135). Η προσβασιμότητα στο διαδίκτυο και η διεθνοποίηση λογισμικού, αποτελούν παραδείγματα των νέων διεπιστημονικών διασυνδέσεων, που προκύπτουν από την έρευνα για την επιχώρια προσαρμογή. Η εν λόγω έρευνα περιλαμβάνει, επίσης, προσεγγίσεις που απαντώνται ευρύτερα στον τομέα της Μεταφρασεολογίας, όπως οι κοινωνιολογικές και εθνογραφικές προσεγγίσεις που εστιάζουν στο προφίλ του ειδικού επιχώριας προσαρμογής. Σε γενικές γραμμές, η εν λόγω έρευνα εντάσσεται στο πλαίσιο της αποκαλούμενης τεχνολογικής στροφής (O’Hagan 2013), μιας διαδικασίας μέσω της οποίας:
Οι μεταφραστικές θεωρίες [άρχισαν να] ενσωματώνουν τον ολοένα και πιο εμφανή αντίκτυπο της τεχνολογίας, προσφέροντας με τη σειρά τους ένα θεωρητικό πλαίσιο κατάλληλο για τους ερευνητές της γλώσσας και της μεταφραστικής τεχνολογίας.
(O’Hagan 2013: 513)
Η ενσωμάτωση της τεχνολογίας στις μεταφραστικές θεωρίες αποτυπώνεται, επίσης, σε επιστημονικές δημοσιεύσεις που απευθύνονται σε άλλους επιστημονικούς κλάδους, όπως η σύνταξη τεχνικών κειμένων (Maylath & St. Amant 2019).
![]() |
|
| Διεπιστημονικότητα στη μελέτη της επιχώριας προσαρμογής στο πλαίσιο της μεταφρασεολογίας. Προσαρμογή από Jiménez-Crespo (2013: 135). |
Όσον αφορά τους τομείς με τα περισσότερα ερευνητικά αποτελέσματα, μπορούν να διακριθούν σε γενικές γραμμές σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Πρώτα απ' όλα, (1) οι εφαρμοσμένες προσεγγίσεις, όπως οι περιγραφικές μελέτες με «τεχνοκεντρική» οπτική, όπου αναδύονται σύγχρονες γνώσεις από κορυφαίους επαγγελματίες στον τομέα της επιχώριας προσαρμογής, μελέτες που επικεντρώνονται στη διδακτική της, καθώς και μελέτες για την ποιότητα. Δεύτερον, (2) οι θεωρητικές και εμπειρικές-περιγραφικές προσεγγίσεις, όπως μελέτες που εστιάζουν σε διαφορετικές παραμέτρους της επιχώριας προσαρμογής, αντιπαραβολικές μελέτες σωμάτων κειμένων για ψηφιακά είδη, καθώς και πειραματικές προσεγγίσεις. Οι περιγραφικές δημοσιεύσεις υπό το πρίσμα της βιομηχανίας έχουν συμβάλει καθοριστικά στην παροχή της απαραίτητης βάσης για την ανάπτυξη θεωρητικών ή εμπειρικών μελετών, καθώς και στην καθοδήγηση για την εκπαίδευση στο πεδίο της επιχώριας προσαρμογής (Esselink 2000, Reineke 2005, Schäler 2010, Dunne 2006, 2014, Roturier 2015). Οι εν λόγω δημοσιεύσεις περιέγραψαν τους κύκλους παραγωγής στη βιομηχανία, την ορολογία που χρησιμοποιείται, καθώς και τα μοντέλα ποιότητας, τα οποία παρείχαν το απαραίτητο υπόβαθρο για την εδραίωση της επιχώριας προσαρμογής ως διακριτού τομέα στο πλαίσιο της Μεταφρασεολογίας. Η σημασία αυτών των δημοσιεύσεων αποδεικνύεται από την ποικιλία των νέων εννοιών που ενσωματώθηκαν σταδιακά στη Μεταφρασεολογία, όπως ο κύκλος GILT, το «επιχώριο» ή το «επίπεδο επιχώριας προσαρμογής» (Jiménez-Crespo 2012). Επίσης, έχουν βοηθήσει να ενσωματωθούν τα θετικά αποτελέσματα της συνεργασίας μεταξύ επαγγελματιών από διαφορετικούς χώρους και σε άλλους τομείς της μετάφρασης, τόσο σε επίπεδο διαδικασίας, όσο και σε επίπεδο προϊόντος.
Όσον αφορά την εφαρμοσμένη έρευνα, η κατάρτιση στην επιχώρια προσαρμογή αποτέλεσε πρωταρχικό πεδίο ενδιαφέροντος για τους Μεταφρασεολόγους, λόγω της επιτακτικής ανάγκης για κατάρτιση στο εν λογω πεδίο σε πανεπιστημιακό επίπεδο (O'Brien 1998, Schäler 2001). Πρόκειται για έναν από τους πιο παραγωγικούς τομείς έρευνας με πλήθος δημοσιεύσεων, οι οποίες εστιάζουν στις εκπαιδευτικές ανάγκες της επιχώριας προσαρμογής λογισμικού, δικτυακών τόπων, βιντεοπαιχνιδιών ή εφαρμογών για κινητά τηλέφωνα. Οι έρευνες έχουν εντοπίσει και περιγράψει τις ποικίλες δεξιότητες που απαιτούνται για κάθε τύπο επιχώριας προσαρμογής και τη διαδικασία απόκτησής τους. Για παράδειγμα, η επιχώρια προσαρμογή λογισμικού απαιτεί υψηλότερο επίπεδο τεχνικών γνώσεων και γνώσεων ανάπτυξης προϊόντων, ενώ η επιχώρια προσαρμογή δικτυακών τόπων προϋποθέτει ένα ευρύτερο φάσμα μεταφραστικών δεξιοτήτων για ποικίλα κειμενικά είδη και τύπους μετάφρασης, όπως η μετάφραση τεχνικών, νομικών και προωθητικών κειμένων. Ομοίως, η επιχώρια προσαρμογή βιντεοπαιχνιδιών, απαιτεί, επίσης, ένα σύνολο ιδιαίτερων δεξιοτήτων που σχετίζονται με την οπτικοακουστική μετάφραση ή τις ειδικές γνώσεις για τα πιο δημοφιλή είδη παιχνιδιών. Οι εμπειρικές μελέτες που εστιάζουν στην κατάρτιση στην επιχώρια προσαρμογή είναι ελάχιστες, όπως η πειραματική μελέτη των Jiménez-Crespo και Tercedor (2012), στην οποία οι συγγραφείς επιχειρούν να χαρτογραφήσουν την απόκτηση ικανοτήτων επιχώριας προσαρμογής δικτυακών τόπων. Η μελέτη του Sánchez Ramos (2019), για παράδειγμα, επικεντρώνεται στη στάση των σπουδαστών επιχώριας προσαρμογής απέναντι σε νέες διαδικασίες, όπως ο πληθοπορισμός και οι συνεργατικές πλατφόρμες αποθήκευσης σε νέφος (cloud) στο πλαίσιο της επιχώριας προσαρμογής.
Οι μελέτες για την ποιότητα της επιχώριας προσαρμογής ανέδειξαν ζητήματα όπως τον ρόλο της συνολικής διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, της διεθνοποίησης και της επιχώριας προσαρμογής, καθώς και τον αντίκτυπο αυτών των διαφορετικών διαδικασιών στα τελικά προϊόντα.
Έχουν μελετηθεί διάφορες πτυχές που θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη διασφάλιση της ποιότητας. Για παράδειγμα, έχουν γίνει αναλύσεις λαθών σε μελέτες περίπτωσης που περιλαμβάνουν διαφορετικούς γλωσσικούς συνδυασμούς, όπως η μελέτη του Pierini (2006) σε ιταλικούς και βρετανικούς τουριστικούς δικτυακούς τόπους, η πρόταση για τυπολογία λαθών (Jiménez- Crespo 2011a) και τα δυναμικά μοντέλα αξιολόγησης της ποιότητας επιχώριας προσαρμογής λογισμικών (Dunne 2009), δικτυακών τόπων (Jiménez-Crespo 2013:127-131) και βιντεοπαιχνιδιών (Casado 2018).
Από μια εμπειρική σκοπιά, αναδύθηκαν μελέτες σχετικά με την επιχώρια προσαρμογή ψηφιακών ειδών στο πλαίσιο μελετών σωμάτων κειμένων για τη μετάφραση. Σε αυτές τις μελέτες χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικές μεθοδολογίες ως συγκρίσιμα και παράλληλα σώματα κειμένων. Έχει μελετηθεί μεγάλος αριθμός ψηφιακών κειμενικών ειδών, όπως εταιρικοί, θεσμικοί, εμπορικοί και τουριστικοί δικτυακοί τόποι, καθώς και δικτυακοί τόποι κοινωνικής δικτύωσης. Αντικείμενο μελέτης ήταν αυτό που σήμερα ονομάζουμε «γλώσσα της επιχώριας προσαρμογής». Για παράδειγμα, ζητήματα όπως η ενδοκειμενική συνοχή (Jiménez-Crespo 2009b) και οι τεχνολογικοί περιορισμοί έχουν μεγαλύτερη σημασία στα επιχώρια προσαρμοσμένα υπερκείμενα από ό,τι στα κείμενα που μεταφράζονται για έντυπη δημοσίευση. Επιπροσθέτως, η επιχώρια προσαρμογή δικτυακών τόπων επιφέρει συχνά απαλοιφή περιεχομένου ή ιστοσελίδων στην παγκόσμια έκδοση του δικτυακού τόπου (Jiménez-Crespo 2012). Αυτό οφείλεται σε οικονομικούς περιορισμούς, οι οποίοι σχετίζονται με τη δυναμική φύση των δικτυακών τόπων, σε αντίθεση με την πεπερασμένη και γραμμική δομή των έντυπων κειμένων. Κάποια «καθολικά χαρακτηριστικά της μετάφρασης», όπως η «συμβατικοποίηση» (Jiménez-Crespo 2009a) ή η «επεξηγηματικότητα» (Jiménez-Crespo 2011b) έχουν αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Η μελέτη σωμάτων κειμένων που επικεντρώνεται σε ψηφιακά προϊόντα , όπως λογισμικά, εφαρμογές και βιντεοπαιχνίδια (Casado 2018), θα μπορούσε να παρουσιάσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, παρά τις προκλήσεις που ενδέχεται να προκύψουν, όπως τα πνευματικά δικαιώματα ή η περιορισμένη πρόσβαση.
Στο πλαίσιο περιγραφικών, εφαρμοσμένων και θεωρητικών προσεγγίσεων, όπως η επιχώρια προσαρμογή εικόνων, ο ρόλος του πολιτισμού, καθώς και κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, έχουν, επίσης, διερευνηθεί διάφορες πτυχές της διαδικασίας επιχώριας προσαρμογής. Μελέτες πάνω στο πεδίο που υιοθετούν κοινωνιολογική ή εθνογραφική προσέγγιση παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένες. Ενδεικτικά, στη μελέτη των Risku, Rogl και Pein-Weber (2016) εξετάστηκε η δικτύωση μεταξύ μεταφραστ(ρι)ών μέσα από την ανάλυση κοινωνικών δικτύων και από μία μεταφρασεολογική οπτική, η οποία περιλάμβανε την περιγραφή δικτύων εθελοντών που δραστηριοποιούνται στην επιχώρια προσαρμογή οδηγιών χρήσης ή εφαρμογών για smartphones. Αξιοσημείωτη είναι η έρευνα πάνω στη σχέση μεταξύ επιχώριας προσαρμογής και προσβασιμότητας στο διαδίκτυο. Στον συγκεκριμένο τομέα έχουν δημοσιευθεί μελέτες με περιγραφική προσέγγιση, εμπειρικές μελέτες που βασίζονται σε σώματα κειμένων, καθώς και πειραματικές προσεγγίσεις που βασίζονται στις μεταφραστικές διαδικασίες (Rodríguez Vázquez 2015, 2016).
Η έρευνα για την επιχώρια προσαρμογή θα συνεχίσει αναμφίβολα να εξελίσσεται. Σύμφωνα με τη συμβουλευτική εταιρεία Common Sense Advisory το 2019, οι χρήστες προτιμούν να διαβάζουν τις πληροφορίες στη γλώσσα τους και η ανάγκη αυτή θα ενισχύσει την ανάπτυξη του κλάδου της επιχώριας προσαρμογής στο πλαίσιο του «παγκόσμιου ψηφιακού μετασχηματισμού» (global digital transformation - GDX). Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι η διαρκής επέκταση των κινητών και κοινωνικών δικτύων αποτελεί σημείο σύγκλισης μεταξύ της μηχανικής μετάφρασης, της μετεπιμέλειας, της τεχνητής νοημοσύνης και της εθελοντικής συμμετοχής. Στο πεδίο της Μεταφρασεολογίας, υφίστανται τρεις βασικοί κλάδοι που επιτρέπουν μια ευρύτερη αντίληψη των φαινομένων που προαναφέρθηκαν: οι εξελίξεις στη γνωσιακή Μεταφρασεολογία, οι κοινωνιολογικές και εθνογραφικές προσεγγίσεις και η μελέτη σωμάτων κειμένων που αποτελούνται από κείμενα που έχουν ήδη προσαρμοστεί επιχώρια. Μέχρι σήμερα έχουν διεξαχθεί ελάχιστες μελέτες που εστιάζουν στη μετάφραση ως διαδικασία, παρά την ολοένα και μεγαλύτερη σημασία τους για το πεδίο. Επιπρόσθετα, οι εθνογραφικές προσεγγίσεις θα μπορούσαν να αναδείξουν πτυχές του προφίλ των επαγγελματιών που δραστηριοποιούνται στη βιομηχανία της επιχώριας προσαρμογής. Μια τέτοιου είδους προσέγγιση είναι η μελέτη των Dam και Zethsen (2019) με ομάδα εστίασης αποτελούμενη από επαγγελματίες μεταφραστές, ειδικούς επιχώριας προσαρμογής και διαχειριστές έργου. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι δεν υφίσταται ενιαία αντίληψη του φαινομένου της επιχώριας προσαρμογής από παράγοντες προερχόμενους από διαφορετικούς χώρους.
Επίσης, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε την έρευνα γύρω από την «επιχώρια προσαρμογή με στόχο την ανάπτυξη» (Anastasiou & Schäler 2010). Η επιχώρια προσαρμογή που στοχεύει στην ανάπτυξη βασίζεται στην αρχή ότι η πρόσβαση και η παρουσία στον ψηφιακό κόσμο αποτελεί δικαίωμα των ομιλητών όλων των γλωσσών και δεν θα πρέπει να εξαρτάται από το εισόδημά τους. Επιπλέον, επιδιώκει να γεφυρώσει του κοινωνικό χάσμα, να επιτρέψει την ισότιμη πρόσβαση σε ηλεκτρονικές πληροφορίες και να διασφαλίσει την πολιτισμική και γλωσσική ποικιλομορφία. Έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες να δοθούν δημιουργικές λύσεις στο πρόβλημα αυτό μέσα από πρωτοβουλίες που βασίζονται στον πληθοπορισμό, όπως η εφαρμογή για κινητά τηλέφωνα Kanjingo (Moorkens, O'Brien & Vreeke 2017) η πλατφόρμα Rosetta Stone, που ενσωματώθηκε στην πλατφόρμα Kato, ή πρωτοβουλίες για τη μετάφραση σελίδων της Βικιπαίδεια προς μειονοτικές γλώσσες από εθελοντές. Οι πρωτοβουλίες που προσβλέπουν στην ενίσχυση της ανάπτυξης του κλάδου της επιχώριας προσαρμογής για καταστάσεις κρίσης ή έκτακτης ανάγκης, όπως η πανδημία Covid-19 (Anichini & Nemeth 2020), θα συνεχίσουν να αποτελούν αντικείμενο ενδιαφέροντος στον τομέα.
Συνολικά, η συμβιωτική σχέση μεταξύ του κόσμου της μετάφρασης, της επιχώριας προσαρμογής και της τεχνολογίας θα συνεχίσει την αδιάκοπη πορεία της, με νέες προοπτικές να αναδύονται στον διαρκώς εξελισσόμενο χώρο της επιχώριας προσαρμογής, σε τομείς όπως το Διαδίκτυο 4.0 (Gilchrist 2016), το "Διαδίκτυο των πραγμάτων" (IoT), καθώς και στο πλαίσιο της διαρκούς επέκτασης και ενσωμάτωσης διαδικασιών, τεχνολογιών και καινοτομίας.


