| ENG Ethics SPA Ética |
contents
Εισαγωγή | Θεωρητικό πλαίσιο | Δεοντολογία για τους μεταφραστές | Δεοντολογία για υπηρεσίες μετάφρασης | Δεοντολογία της μεταφραστικής τεχνολογίας | Δεοντολογία για μελετητές της μετάφρασης | Ερευνητικές δυνατότητες
Η ηθική, ο κλάδος της φιλοσοφίας που ασχολείται με ηθικά ζητήματα, ώστε να αξιολογηθεί αν μία πράξη είναι σωστή ή λάθος, έχει γίνει τα τελευταία χρόνια ένα ολοένα και πιο δημοφιλές και επίκαιρο θέμα για ακαδημαϊκούς της μετάφρασης και της διερμηνείας. Αυτό ίσως οφείλεται είτε στο γεγονός ότι πολλές κοινωνίες απομακρύνονται από τις ηθικές αρχές που κατά παράδοση κατεύθυναν στη λήψη ηθικών αποφάσεων, αφήνοντάς μας να βρούμε μόνοι μας την άκρη, είτε στην επιρροή της ηθικής γραφής και συζήτησης από άλλους τομείς. Για παράδειγμα, επειδή η μετάφραση -όπως και οι ζωές μας γενικότερα- ολοένα και τεχνολογικοποιείται, είναι σημαντικό να αξιολογήσουμε την ηθική αξία της χρήσης της τεχνολογίας, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να δημοσιευτούν πολλά έργα σχετικά με τη δεοντολογία της τεχνολογίας, στα οποία εκφράζεται ο προβληματισμός για τη συλλογή και τη χρήση δεδομένων και την αξιοποίησή τους για τη λήψη αποφάσεων. Στο πλαίσιο των μεταφραστικών σπουδών, οι Koskinen και Pokorn (2021b: 3) ορίζουν τη δεοντολογία ως την «υποκατηγορία που στοχεύει στην διάκριση του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους κατά τη μεταφραστική πράξη».
![]() |
Διάφοροι ακαδημαϊκοί της μετάφρασης έχουν γράψει αποκλειστικά για τη δεοντολογία όπως εφαρμόζεται στον έναν ή στον άλλον παράγοντα των μεταφραστικών επαγγελμάτων, αλλά οι θεμελιώδεις δεξιότητες στη γραφή, όπως συνοπτικά παρουσιάζονται από τον Chesterman (2001), επικεντρώνονται στο κείμενο. Η έννοια της πιστότητας στο κείμενο-πηγή υπήρξε βασική και εθεωρείτο ιδιαίτερα σημαντική για τα ιερά κείμενα και, πιο πρόσφατα, για θεσμικές μεταφράσεις που είναι νομικά δεσμευτικές και προορίζονται να είναι ίσης αξίας με το πρωτότυπο. Αυτή η αντίληψη περί πιστότητος έχει γίνει αντικείμενο κριτικής και από τον Chamberlain (1988) αλλά και άλλους, ως μία έμφυλη και μισογυνική μεταφορά. Το νόημα της υπηρεσίας της μετάφρασης έγκειται στην επισήμανση του σκοπού ενός κειμένου φέρνοντας στο νου το ερώτημα σχετικά με τον ποιον υπηρετεί η μετάφραση: τον αναγνώστη, τον πελάτη ή άλλη ομάδα. Ομοίως, ο βαθμός στον οποίο μια μετάφραση είναι συμβατή με τους κανόνες, τις προσδοκίες και τις ηθικές αξίες του αναγνώστη ή του πελάτη, φέρνει μια ηθική διάσταση στην επιστήμη της περιγραφικής μετάφρασης. Το έργο του Pym On Translator Ethics (2012), μία μεταφρασμένη και επικαιροποιημένη εκδοχή του βιβλίου του που εκδόθηκε το 1997 στα γαλλικά, το οποίο έκανε διάσημη την έννοια της δεοντολογίας στη μετάφραση, ερευνά τις ηθικές προκλήσεις της διαπολιτισμικής επικοινωνίας και συνεργασίας. Επιπλέον, του αποδίδεται ο επαναπροσανατολισμός της σκέψης από το κείμενο στον μεταφραστή. Μεταξύ των «σκανδάλων της μετάφρασης» που υποβαθμίζουν τον ρόλο του μεταφραστή ο Venuti (1998) στο έργο του Scandals of Translation αναγνωρίζει τη δυσμενή κατάσταση των μεταφραστικών δικαιωμάτων, ως βαθύτατα αντιδεοντολογική. Η Koskinen (2000) παρατηρεί ομοιότητες στις απόψεις των Pym και Venuti καθώς και στους προσδιορισμούς τους για αρκετούς ενδιαφερόμενους, έναντι των οποίων ο μεταφραστής πιθανόν να έχει ευθύνη. Ωστόσο, βρίσκει ότι οι εφαρμογές στην πραγματική ζωή επιφέρουν περαιτέρω απροσδόκητες πολυπλοκότητες, στις οποίες ιδέες από τη φεμινιστική, αποδομητική ή μετα-αποικιακή ηθική μπορεί να φανούν χρήσιμες. Η Tymoczko (2007) εξετάζει ζητήματα εξουσίας και εκπροσώπησης για τους μεταφραστές. Ο Chesterman (2001: 153) γράφει για την ηθική της αρετής κι εξετάζει την αναγκαιότητα ενός είδους όρκου του Ιερωνύμου για τους μεταφραστές με σκοπό να «προωθηθεί μια πραγματικά ηθική επαγγελματική συμπεριφορά». Πιο πρόσφατα, οι Koskinen και Pokorn (2021a) επιμελήθηκαν την έκδοση ενός ολοκληρωμένου εγχειρίδιου μετάφρασης και ηθικής (Handbook of Translation) που περιλαμβάνει στοχασμούς μεταηθικής, κανονιστικής και εφαρμοσμένης δεοντολογίας (βλ. την επόμενη ενότητα) που σχετίζονται με τη μετάφραση. Ο Lambert (2023) επίσης στο ομότιτλο βιβλίο του επεκτείνεται στο έργο του για τη δεοντολογία των μεταφραστών , ενώ ο συλλογικός τόμος των Moniz και Parra Escartín (2023) εξετάζει ηθικά και νομικά ζητήματα στη μηχανική μετάφραση (ΜΤ).
Οι σύγχρονες αντιλήψεις μας για την ηθική, τουλάχιστον στην Ευρώπη, προέρχονται κυρίως από τους Έλληνες φιλοσόφους που έζησαν πριν από 2000 χρόνια. Ωστόσο, συζητήσεις για την ηθική εμφανίζονται σε προγενέστερα έργα, που προέρχονται από πολλές προελέυσειςκαι πολιτισμούς, όπως τα Ανάλεκτα, που-όπως θεωρείται- συντάχθηκαν στην Κίνα σχεδόν την ίδια εποχή. Όταν ο Σωκράτης καταδικάστηκε σε θάνατο, αναφέρεται ότι είπε «δεν είναι το ζην, αλλά το ευ ζην που πρέπει να θεωρείται σπουδαίο» (Πλάτων 4ος αιώνας π.Χ.: 48b). Αυτό μας οδηγεί στο να εξετάσουμε το ερώτημα τι μπορεί να σημαίνει το ευ ζην, ή πώς μπορεί να είναι μια καλή, δίκαιη και αξιοθαύμαστη ζωή. Στην επόμενη ενότητα εξετάζω ορισμένες θεωρίες και μεθόδους που μπορούν να κατευθύνουν την κρίση μας προς την απάντηση στη δήλωση του Σωκράτη.
Οι έρευνες πάνω στην ηθική κατηγοριοποιούνται συνήθως σε μία από τις εξής τρείς ομάδες. Σε υψηλό επίπεδο, η μετα-ηθική εξετάζει τη φύση και το νόημα των ηθικών κρίσεων. Η θεωρητική ή κανονιστική ηθική αναπτύσσει θεωρίες σχετικά με το πώς κάποιος μπορεί να σκέφτεται και να αποφασίζει το σωστό ή το λανθασμένο τρόπο δράσης. Η εφαρμοσμένη ηθική, όπως υποδηλώνει και το όνομά της, εφαρμόζει την ηθική σε καταστάσεις και σενάρια της πραγματικής ζωής. Η τεχνολογική δεοντολογία, η μηχανική δεοντολογία καθώς και η δεοντολογία των δεδομένων και η επιχειρηματική δεοντολογία, θεωρούνται κλάδοι της εφαρμοσμένης ηθικής. Στο πεδίο αυτό μπορούμε επίσης να εντοπίσουμε πιθανότατα τα περισσότερα έργα που αφορούν στην ηθική στις μεταφραστικές σπουδές.
![]() |
|
| «Ο δρόμος του Καλού και του Κακού» (The Way of Good and Evil)– εικόνα από "The Puritan ethics”. [Πηγή: Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου [Source: Library of Congress] |
Επιστρέφοντας στην κανονιστική δεοντολογία, αν και υπάρχουν κι άλλα είδη, συνήθως σκεφτόμαστε τρεις κύριες υποκατηγορίες: τη συνεπειοκρατία, τη δεοντολογία και την ηθική αρετή. Η συνεπειοκρατία, όπως μπορείτε να αντιληφθείτε από την ετυμολογία του όρου, εξετάζει τις συνέπειες μίας πράξης. Το πιο διαδεδομένο παράδειγμα είναι ίσως ο ωφελιμισμός, δηλαδή η επιλογή μίας πράξης με βάση το καλύτερο πιθανό αποτέλεσμα. Η πρόσφατη (και κάπως αμφιλεγόμενη) τάση του αποτελεσματικού αλτρουισμού ξεκίνησε ως μια ωφελιμιστική απόφαση σχετικά με το ποιες είναι οι πιο αποτελεσματικές φιλανθρωπικές δράσεις που κρίνεται σκόπιμο να υποστηριχθούν. Ωστόσο, οδήγησε ορισμένους στην υιοθέτηση μιας μακροπρόθεσμης οπτικής, δίνοντας προτεραιότητα σε εκείνους που δεν είχαν ακόμη γεννηθεί, εις βάρος πιθανότατα αυτών που βρίσκονται εν ζωή. Η δεοντολογία είναι η χρήση ενός συνόλου κανόνων ή υποχρεώσεων που κατευθύνουν προς τη λήψη ηθικών αποφάσεων, όπως θα μπορούσαμε να διακρίνουμε σε μια επαγγελματική πολιτική δεοντολογίας. Η ηθική αρετή ανάγεται στον Αριστοτέλη, ο οποίος πρότεινε ένα σύνολο αρετών, κάποιες διανοητικές, κάποιες ηθικές, οι οποίες θα πρέπει να οδηγούν το άτομο στην ευημερία. Σε έναν βαθμό, αυτές περιλαμβάνουν την αναγκαστική στάθμιση καθηκόντων και συνεπειών. Ωστόσο, η βάση του ισχυρισμού είναι ότι οι καλοί και αξιοθαύμαστοι άνθρωποι κάνουν καλές πράξεις, παρά το γεγονός ότι το σύνολο των αρετών που υποστηρίζονται έχει διαφοροποιηθεί ανάλογα με την εποχή και τις κοινωνικές συνθήκες (Chesterman 2020).
Δεοντολογία για τους μεταφραστές
Ως εκπαιδευόμενοι και ως μέλη μεταφραστικών ενώσεων, οι μεταφραστές είναι πιθανό να μάθουν για τους κώδικες δεοντολογίας, ώστε να κατευθύνουν τη συμπεριφορά τους με βάση μια δεοντολογική προσέγγιση της ηθικής. Στη γραμματολογία για τη δεοντολογία και τη μετάφραση διατυπώνεται ολοένα και περισσότερο το αίτημα για πλήρη ενσωμάτωση της δεοντολογίας στη διδασκαλία της μετάφρασης. Το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Επάρκειας Μεταφραστικών Μεταπτυχιακών Σπουδών (European Masters in Translation Competence Framework, EMT Board 2022: 11) ζητά από τους φοιτητές να μαθαίνουν να «αξιολογούν κριτικά και να εργάζονται εντός των ηθικών αρχών [...] που ορίζονται σε κώδικες δεοντολογίας και οδηγούς καλής πρακτικής», υποδεικνύοντας ότι η μάθηση πρέπει να υπερβαίνει τους εν λόγω κώδικες και οδηγούς. Όπως σημειώνουν οι Drugan και Megone (2011: 189), «η μελέτη της δεοντολογίας από τους μεταφραστές δεν αποσκοπεί στο να γίνουν φιλόσοφοι, αλλά στην ανάπτυξη ορθής κρίσης». Σύμφωνα με τον Lambert (2021: 170, 175), ένα «βασικό αναπάντητο ερώτημα είναι αυτό της συνολικής ευθύνης του επαγγελματία μεταφραστή» και οι μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να επιδιώκουν «να αγκαλιάζουν τόσο τα επαγγελματικά όσο και τα προσωπικά, υποκειμενικά στοιχεία, και να αναγνωρίζουν τουλάχιστον τους περιορισμούς των ισχυόντων κωδίκων και διατάξεων περί δεοντολογίας».
Οι κώδικες μπορεί να είναι κάπως χρήσιμοι, δεδομένου ότι εισάγουν την έννοια της δεοντολογίας και παρέχουν ένα βασικό κριτήριο για τη λήψη ηθικών αποφάσεων. Ωστόσο, η εφαρμογή τους αποδεικνύεται πιθανώς δύσκολη στην πράξη, καθώς «απεικονίζουν έναν ιδανικό κόσμο, ενώ τα ηθικά διλήμματα γεννιούνται σε μια ζωή ακατάστατη και πολύπλοκη» (Koskinen & Pokorn 2021b: 4). Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στη μετάφραση, καθώς «οι μεταφραστικές δραστηριότητες εξ ορισμού εντοπίζονται σε σταυροδρόμι, σε περιοχές διέλευσης μεταξύ οντοτήτων, και αφορούν σε περισσότερες από μία γλώσσες, πολιτισμούς, αναγνωστικά κοινά και συνομιλητές. Επομένως, είναι συνδεδεμένες με μεγαλύτερα και μικρότερα ηθικά διλήμματα» (Koskinen & Pokorn 2021b: 4). Στις αναλύσεις τους για τους κώδικες δεοντολογίας οι McDonough-Dolmaya (2011) και Lambert (2018) σημειώνουν ότι αυτοί είναι συχνά ασαφείς και στερούνται συνοχής από τον ένα κώδικα στον άλλο αναφορικά με την αμεροληψία και την ουδετερότητα των μεταφραστών. H Abdallah (2014) σχολιάζει ότι οι κώδικες μπορεί να συγκρούονται με την ωφελιμιστική ανάγκη για πληρωμή και κέρδος, ενώ η Drugan (2017) διαπιστώνει ότι στην πράξη δεν βοηθούν τους μεταφραστές και τους διερμηνείς να κατανοήσουν την ευρύτερη κοινωνική τους ευθύνη. Τελικά, οι κώδικες δεοντολογίας δεν μπορούν ποτέ να καλύψουν όλες τις πιθανές καταστάσεις σε μια «ζωή ακατάστατη και πολύπλοκη». Ο Lambert (2018: 271) θεωρεί προβληματική την υπεραπλούστευση των κωδίκων σχετικά με τη μετάφραση («το να συμβουλεύει κανείς έναν άπειρο (ή έμπειρο) μεταφραστή να συνεχίσει την εργασία του «διεξοδικά και υπεύθυνα» δεν εγγυάται σε καμία περίπτωση ικανοποιητικά ή ηθικά αποτελέσματα»), αν και αυτό μπορεί να ταιριάζει με τον δευτερεύοντα σκοπό να« εμπνεύσει εμπιστοσύνη στον πελάτη».
Σκοπός πολλών κωδίκων δεοντολογίας είναι να δοθεί έμφαση στην πιστότητα, αλλά αυτή η εξιδανικευμένη έννοια της πιστότητας αγνοεί ζητήματα ακρίβειας και αντικειμενικότητας, καθώς η μετάφραση είναι πάντα αναγκαστικά μια ερμηνεία, μια αναπαράσταση και όχι μια απλή αναπαραγωγή. Οι επιπλέον παράγοντες που παίζουν ρόλο θεωρητικοποιούνται στο μοντέλο της Nord «λειτουργισμός συν πίστη», το οποίο περιγράφει τις διαπροσωπικές πιστότητες προς αρχικούς συγγραφείς, πρωτοπόρους της μετάφρασης και το κοινό-αποδέκτη, παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν μια μετάφραση. Η τυπολογία των μεταφραστικών κανόνων των Toury και Chesterman περιγράφει περαιτέρω εξωγενείς παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάσουν τη μετάφραση. Φεμινιστές ακαδημαϊκοί έχουν επίσης αμφισβητήσει την υποτιθέμενη πιστότητα και αντικειμενικότητα της υποθετικά αμερόληπτης μετάφρασης, υποστηρίζοντας ότι πολλές μεταφράσεις τείνουν συγκαλυμμένα προς μια εξουσιαστική θέση. Ως απάντηση έχουν προτείνει μια παρεμβατική μεταφραστική στρατηγική για να αναδείξουν την ίδια την ύπαρξη του μεταφραστή και για να καταστήσουν σαφή την ιδεολογική του τοποθέτηση. Φεμινιστές ακαδημαϊκοί έχουν επίσης επικρίνει την υποταγμένη θεώρηση του κειμένου-στόχου ως θηλυκοποιημένου σε σύγκριση με το αρρενωποιημένο πρωτότυπο. Αυτή η άποψη συμπίπτει με την τοποθέτηση του Venuti (1998) σχετικά με τη μειωμένη αξία της μετάφρασης σε σύγκριση με το κείμενο-πηγή, όπως κωδικοποιήθηκε στη Σύμβαση της Βέρνης (Παγκόσμιος Οργανισμός Πνευματικής Ιδιοκτησίας 1886). Το θέμα των μεταφραστικών πνευματικών δικαιωμάτων, κεντρικό στη Σύμβαση της Βέρνης, έκτοτε τέθηκε κατά καιρούς από ακαδημαϊκούς της μετάφρασης (Cabanellas 2014- Troussel & Debussche 2014- Moorkens & Lewis 2019).
![]() |
| Χάρτης των χωρών που συμμετέχουν στη Σύμβαση της Βέρνης (με μπλε χρώμα). [Source] |
Η Σύμβαση της Βέρνης κωδικοποιεί τις μεταφράσεις ως παράγωγα έργα που «θα προστατεύονται ως πρωτότυπα έργα χωρίς επιφύλαξη του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας του πρωτότυπου» (άρθρο 2, WIPO 1886). Ο Venuti (1998) υποστηρίζει ότι με τον τρόπο αυτό η Σύμβαση αντιτίθεται σε μια βασική αρχή της παροχής νομικής προστασίας στους τύπους παρά στις ιδέες. Η Σύμβαση αδυνατεί να ορίσει το «πρωτότυπο έργο», οδηγώντας σε ποικίλες ερμηνείες των διάφορων δικαιοδοσιών με βάση την υποτιθέμενη πρωτοτυπία του έργου. Οι Troussel και Debussche (2014), συγγραφείς μιας χρήσιμης -και ελεύθερα διαθέσιμης- έκθεσης που τους ανατέθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υποστηρίζουν ότι ανάλογα με τον τύπο του πρωτότυπου κειμένου ή τον σκοπό της μετάφρασης, οι οποίοι οδηγούν τον μεταφραστή να προτιμήσει μια ελεύθερη παρά μια κυριολεκτική προσέγγιση, τίθενται βάσεις για την επιλεξιμότητα του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Σημειώνουν επίσης ότι «η αξία ή η αισθητική του έργου δεν έχουν σημασία κατά την εξέταση του ζητήματος της προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας» (Troussel & Debussche 2014: 101).
Ο Cabanellas (2014: 63) αναγνωρίζει περαιτέρω εφαρμόσιμα δικαιώματα, αναφέροντας ότι μια μετάφραση δεν μπορεί να «αναπαραχθεί ή να αξιοποιηθεί περαιτέρω» χωρίς τη ρητή άδεια του κατόχου του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Επομένως, ο αρχικός συγγραφέας δεν μπορεί να αξιοποιήσει τη μετάφραση ως βάση για άλλη μετάφραση χωρίς άδεια, ενώ ο κάτοχος των μεταφραστικών δικαιωμάτων διατηρεί δικαιώματα ακόμη και στη μετάφραση ενός κειμένου που δεν υπόκειται σε πνευματικά δικαιώματα. Αυτό θέτει υπό αμφισβήτηση την νομιμότητα και την ηθική της ευρείας χρήσης ενδιαμέσων μεταφράσεων χωρίς ρητή άδεια, όπως είναι συνηθισμένο στη βιομηχανία οπτικοακουστικών μεταφράσεων, για παράδειγμα. Το Άρθρο 6 της Σύμβασης της Βέρνης εισάγει επίσης την έννοια των ηθικών δικαιωμάτων που συνδέονται με την προσωπικότητα και τη φήμη του συγγραφέα πέρα από τα οικονομικά δικαιώματα ή τα δικαιώματα εκμετάλλευσης (Venuti 1995). Αυτό επιτρέπει σε έναν μεταφραστή να αντισταθεί στην τροποποίηση κειμένου που μπορεί να θίξει την υπόληψη ή τη φήμη του και να ζητήσει αποζημίωση βάσει τέτοιας τροποποίησης. Όπως σημειώνουν οι Troussel και Debussche (2014), αυτά τα ηθικά δικαιώματα δεν εφαρμόζονται εξίσου σε όλες τις δικαιοδοσίες της ΕΕ.
Οι Troussel και Debussche (2014) επισημαίνουν επίσης ότι η Ευρωπαϊκή Οδηγία περί Βάσεων Δεδομένων μπορεί να επιτρέψει τη διεκδίκηση δικαιωμάτων Sui Generis (ειδικής φύσης) όταν έχει γίνει «σημαντική επένδυση είτε για την απόκτηση, είτε για την επαλήθευση, είτε για την παρουσίαση του περιεχομένου» (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο 1996, Άρθρο 7) για 15 έτη μετά την τελική επεξεργασία της βάσης δεδομένων, αν και η επένδυση αυτή πρέπει να είναι ανεξάρτητη από τους πόρους που χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία των ίδιων των μεταφράσεων. Τέτοια προστασία θα έδινε στον κάτοχο το αποκλειστικό δικαίωμα να επαναχρησιμοποιεί «με διανομή αντιγράφων, με ενοικίαση, με ηλεκτρονική ή άλλη μορφή μετάδοσης» ή να εξάγει το σύνολο ή σημαντικό μέρος μιας βάσης δεδομένων (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο 1996). Ωστόσο, στην πράξη, λόγω των προηγουμένων, οι μεταφραστικές μνήμες και οι βάσεις δεδομένων μεταφράσεων παραδίδονται σε εργοδότες ή πελάτεςΥπάρχει επίσης το ζήτημα της φύσης των δικαιωμάτων πνευµατικής ιδιοκτησίας για το υλικό που παράγεται µε τη βοήθεια της μηχανικής μετάφρασης (ΜΜ) ή µεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Επί του παρόντος, δεν προβλέπεται μια αυτόματη διαδικασία ώστε να κατέχει κανείς πνευματικά δικαιώματα, και οι Troussel και Debussche (2014: 103) εκτιμούν ότι η παραγωγή της ΜΜ «δε θα μπορούσε να προστατεύεται με πνευματικά δικαιώματα, δεδομένου ότι δεν αφήνει περιθώρια για ανθρώπινη δημιουργικότητα και επομένως θα στερούνταν πρωτοτυπίας». Ωστόσο, η απόδοση του λογισμικού για παραγωγή και μετασχηματισμό κειμένων αλλάζει γρήγορα και, κατά τη στιγμή της συγγραφής του παρόντος, τα ηθικά όρια είναι ασαφή.
Δεοντολογία για υπηρεσίες μετάφρασης
Όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη ενότητα, η Drugan (2017) εξετάζει την κοινωνική ευθύνη των επιμέρους μεταφραστών και διερμηνέων. Ωστόσο, τι ισχύει για την εταιρική-κοινωνική ευθύνη (ΕΚΕ) των υπηρεσιών μετάφρασης; Σε προηγούμενη μελέτη μας (Moorkens & Rocchi 2021) καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η ΕΚΕ είναι σε γενικές γραμμές ελλιπώς αναπτυγμένη στον εμπορικό τομέα του κλάδου της μετάφρασης, αν και ο κλάδος είναι πολυποίκιλος, γεγονός που καθιστά δύσκολη τη γενίκευση. Σε άλλους κλάδους έχει χρησιμοποιηθεί η θεωρία των ενδιαφερομένων φορέων για τη στάθμιση των επιπτώσεων των επιχειρηματικών αποφάσεων στους άμεσα εμπλεκομένους, στους έμμεσα θιγομένους και στην κοινωνία γενικότερα.
Ο κλάδος της μετάφρασης λειτούργησε ως αφύπνιση, καθώς προηγήθηκε των περισσότερων άλλων κλάδων όσον αφορά στην περιστασιακή απασχόληση, την παγκοσμιοποίηση και την ψηφιοποίηση. Οι Frey και Osborne (2017) διαπίστωσαν ότι το 47% των θέσεων εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες κινδυνεύει λόγω της «τεχνολογικής ψηφιοποίησης», αλλά το πιο επιτυχημένο και φανερό παράδειγμα της (αποκαλούμενης) τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) ήταν μέχρι σήμερα η ΜΜ, που επηρεάζει τη μετάφραση περισσότερο από άλλους κλάδους. Το αποτέλεσμα δεν ήταν η απώλεια θέσεων εργασίας -δεν υπάρχουν απόλυτα αξιόπιστα στοιχεία, αλλά κρίνοντας από πολυάριθμες έρευνες και καταγραφές, φαίνεται να απασχολούνται στη μετάφραση περισσότεροι άνθρωποι από ποτέ- αλλά ότι η τεχνολογία διευκόλυνε την πτώση των τιμών σε πολλά τμήματα του κλάδου (do Carmo 2020).
![]() |
| The Pirate Publisher (Ο εκδότης-πειρατής) [Source] |
Η προηγούμενη μελέτη μας (Moorkens & Rocchi 2021) ανέδειξε την κεντρική θέση των παρόχων γλωσσικών υπηρεσιών, λαμβάνοντας υπόψη την ασύμμετρη σχέση μεταξύ μεταφραστών και εργοδοτών, τον τρόπο με τον οποίο αυτή μπορεί να επηρεάσει τον τελικό χρήστη και το πώς αυτή η άνιση σχέση αντικατοπτρίζεται στην ιδιοκτησία των πόρων. Καθώς οι μεταφραστές απασχολούνται συνήθως ως ελεύθεροι επαγγελματίες συνάπτοντας συνεχώς συμβάσεις, είναι ίσως δύσκολο να επιχειρηματολογήσει κανείς περί της βελτίωσης των αμοιβών, των δικαιωμάτων επί του μεταφρασμένου έργου ή των συνθηκών εργασίας που ευνοούν την παραγωγή ικανοποιητικής και υψηλής ποιότητας έργου. Η απουσία τέτοιων συνθηκών επηρεάζει την ικανότητα διατήρησης της μετάφρασης ως ελκυστικής επαγγελματικής επιλογής για τους μεταφραστές και την κοινωνία.
Στο πλαίσιο της ανάλυσής μας αναφερόμαστε στο έργο του Melé (2009), ο οποίος διαχωρίζει τον σκοπό μιας εταιρείας σε μία από τις εξής τρεις κατηγορίες. Η πρώτη είναι η προσέγγιση των μετόχων, προσανατολισμένη στην ικανοποίηση των συμφερόντων τους. Η δεύτερη είναι η προσέγγιση των ενδιαφερομένων φορέων, η οποία λαμβάνει υπόψη τους διάφορους παράγοντες που έχουν συμφέροντα στις δραστηριότητες και τις αποφάσεις της εταιρείας. Τέλος, η προσέγγιση του κοινού καλού επιδιώκει να συμβάλλει στο γενικό όφελος της εταιρείας. Η προσήλωση στην προσέγγιση των ενδιαφερομένων ή του κοινού καλού δεν σημαίνει ότι αγνοούμε τα συμφέροντα των μετόχων. Η υπέρβαση όμως της πεποίθησης ότι εργάζεται κανείς μόνο για το κέρδος θα βοηθήσει μια εταιρεία να γίνει μια κοινότητα ανθρώπων που συνεργάζονται για έναν κοινό σκοπό παρά μιας συλλογής συμβάσεων που πρέπει να εκπληρωθούν. Λαμβάνοντας υπόψη την προσέγγιση της ηθικής αρετής, αν δηλαδή η ηθική μπορεί να οδηγήσει προς την ανθρώπινη αριστεία, τότε η επιχειρηματική δεοντολογία μπορεί σε μία επιχείρηση να οδηγήσει προς την ανθρώπινη αριστεία (Melé 2009).
Ένας προβληματισμός για τον Cronin (2021: 281) είναι η εξαγωγή δεδομένων (βλ. την επόμενη ενότητα) και η επερχόμενη εποχή της «παγκόσμιας αυτοματοποίησης», στην οποία «η σύγκλιση της παγκοσμιοποίησης και της τεχνητής νοημοσύνης θα οδηγήσει σε ριζική αναδιάρθρωση των αγορών εργασίας σε παγκόσμιο επίπεδο». Ένα έργο του Moorkens (2020) και τα πιο πρόσφατα έργα του Firat (υπό έκδοση) εξετάζουν κατά πόσον ο κλάδος ακολουθεί μια βιώσιμη πορεία, υποδεικνύοντας ότι απαιτούνται αλλαγές ώστε να ληφθούν υπόψη τα κίνητρα των μεταφραστών και οι παράγοντες ικανοποίησης στο πλαίσιο βιώσιμων συστημάτων εργασίας, για να μην αναφερθούμε σε ζητήματα σχετικά με την ιδιοκτησία των μεταφραστικών πόρων. Και οι δύο παραθέτουν σημαντικά στοιχεία της αξιοπρεπούς εργασίας της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, υποστηρίζοντας ότι δεν αντικατοπτρίζουν τη μεταφραστική ενασχόληση πολλών ελεύθερων επαγγελματιών. Ο Firat (σε έργο υπό έκδοση) υπογραμμίζει την ανάπτυξη του «καπιταλισμού των πλατφορμών» στον κλάδο. Ο καπιταλισμός των πλατφορμών περιλαμβάνει ενδιάμεσες υποδομές που επιτρέπουν την ψηφιακή επικοινωνία και επωφελούνται από τα αποτελέσματα ενός μεγάλου και διευρυνόμενου δικτύου συνεισφερόντων χρηστών. Οι χρήστες προσελκύονται από επιδοτούμενες ή δωρεάν προσφορές που παραμένουν ενεργοποιημένες, προκειμένου να συγκεντρώνεται ο μεγαλύτερος δυνατός όγκος δεδομένων. Ο Firat επισημαίνει επίσης την ανάδειξη συνεταιριστικών μοντέλων που δημιουργήθηκαν τα οποία, σε αντίθεση με τις καπιταλιστικές εταιρίες των πλατφορμών, συνιστούν φανερά φιλικά προς τους εργαζόμενους επιχειρηματικά μοντέλα κοινής ιδιοκτησίας, που ενίοτε ακολουθούν φεμινιστικές και αντικαπιταλιστικές αρχές.
Επιπλέον, υπήρξε μια έκκληση για λιγότερη έμφαση στην ανάπτυξη ή ακόμη και στην υποανάπτυξη από ορισμένους μελετητές της μετάφρασης ως απάντηση στις πρακτικές της μεταφραστικής βιομηχανίας. Ο Pym (2012) θεωρεί ότι το επιχείρημα για περισσότερες μεταφράσεις μπορεί να μην είναι πάντα δικαιολογημένο, για παράδειγμα όταν η αξία του κειμένου-στόχου δεν είναι αρκετή ώστε να δικαιολογήσει τη μεταφραστική απόπειρα. Ο Cronin (2017) γράφει ότι το έργο των μεταφραστών δεν εκτιμάται και δεν αμείβεται επαρκώς και, ως εκ τούτου, θα ήταν καλύτερα οι μεταφραστές να υποστηρίξουν τις μεγάλης κλίμακας κοινωνικές αλλαγές που απαιτούνται για τη διευκόλυνση της παγκόσμιας περιβαλλοντικής βιωσιμότητας.
Μια αναπτυσσόμενη ομάδα εμπορικών υπηρεσιών της μετάφρασης αναζητά την ισορροπία, ενσωματώνοντας μια ανανεωμένη έννοια της ΕΚΕ και χρησιμοποιώντας τις τεχνολογίες με τρόπο φιλικό προς τον μεταφραστή, ο οποίος αυξάνει την παραγωγικότητα, βελτιώνοντας τα κείμενα μέσω διαφορετικών επιπέδων αυτοματοποίησης. Στο σημείο αυτό παρατίθεται ένα παράδειγμα από την Kelly (2020),η μεταφραστική υπηρεσία της οποίας έχει αναπτύξει ένα κλιμακωτό σύστημα για την ποιότητα της μετάφρασης ανάλογα με τη σειρά προϊόντων ή τον τύπο του κειμένου. Σύμφωνα με αυτό «ένα περιεχόμενο χαμηλού κινδύνου και χαμηλής αξίας μεταφράζεται μέσω μηχανικής μετάφρασης, ενδεχομένως με τη βοήθεια αυτόματης εκτίμησης της ποιότητας, ένα περιεχόμενο μεσαίας αξίας αλλά χαμηλού κινδύνου μεταφράζεται μηχανικά κι έπειτα διορθώνεται, ενώ το περιεχόμενο υψηλότερης αξίας μεταφράζεται από ειδικούς γλωσσολόγους με τη βοήθεια του υπολογιστή» (Rothwell, Moorkens, Parra et al. 2023). Εξακολουθεί να υπάρχει κίνδυνος για τον τελικό χρήστη μιας μετάφρασης σε περίπτωση λανθασμένης απόδοσης (γεγονός που μπορεί να συμβεί ακόμη και χωρίς αυτοματοποίηση), καθώς και κίνδυνοι που συνδέονται με την χρήση της τεχνολογίας. Στην επόμενη ενότητα περνάμε στην δεοντολογία της μεταφραστικής τεχνολογίας.
Δεοντολογία της μεταφραστικής τεχνολογίας
Όπως αναφέρθηκε στην Εισαγωγή, τα τελευταία χρόνια έχουν γραφτεί και δημοσιευτεί πολλά για την δεοντολογία της τεχνολογίας. Υπήρξε ένας βαθμός πόλωσης μεταξύ εκείνων που θεωρούν τη νέα τεχνολογία ως θετικό σημάδι προόδου, πιστεύοντας ότι είναι ηθικά ουδέτερη και ότι προκαταλήψεις εισάγονται μόνο από τις επιλογές μας κατά τη χρήση της, και εκείνων που προτιμούν να παραμένουν ιδιαίτερα προσεκτικοί λόγω της ακατάλληλης ή επικίνδυνης χρήσης της. Αυτό δεν σημαίνει την άρνηση της πιθανής ωφέλειας της τεχνολογίας ή της δυνατότητας τέλεσης αξιοθαύμαστων λειτουργιών, αλλά μάλλον ότι υπάρχει μια σωστή και μια λανθασμένη χρήση πολλών τεχνολογιών. Η άποψη επιστημόνων ηθικολόγων και φιλοσόφων είναι ότι η τεχνολογία δεν είναι ηθικά ουδέτερη, καθώς αντανακλά τις αξίες του σχεδιαστή. Μπορούμε να δούμε την επιρροή αυτών των αξιών στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η τεχνολογία, στην απόφαση δημιουργίας της τεχνολογίας εξαρχής, στη μέθοδο εφαρμογής της, στους χρήστες για τους οποίους προορίζεται, στις αναφορές ή στα δεδομένα εκπαίδευσης που χρησιμοποιούνται κ.ο.κ. Μπορεί επίσης να υπάρχουν απροσδόκητες συνέπειες ή χρήσεις της τεχνολογίας. Όταν ο Martin Kay, ο Peter Arthern και ο Alan Melby πρότειναν τις ιδέες που οδήγησαν στην ανάπτυξη των εργαλείων μεταφραστικής μνήμης, είναι απίθανο να είχαν προβλέψει την χρήση τους στο πλαίσιο παγκοσμίως συνδεδεμένων δικτύων παραγωγής μεταφράσεων που μπορούν να εργάζονται ταυτοχρόνως σε ένα κείμενο.
Η ταχύτητα και η κλίμακα της τεχνολογικής ανάπτυξης καθιστά αναπόφευκτο το γεγονός ότι η νομοθεσία θα είναι πάντα ένα ή δύο βήματα πίσω. Για παράδειγμα, το σχέδιο της Πράξης της ΕΕ για την ΤΝ (Ευρωπαϊκή Επιτροπή 2021: 26) προτείνει να περιοριστεί η χρήση της αλγοριθμικής διαχείρισης για την «κατανομή καθηκόντων, την παρακολούθηση ή την αξιολόγηση προσώπων σε συμβάσεις που σχετίζονται με την εργασία».Το 2023 οπότε και γράφω το παρόν αυτό δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ, παρά τα πολλά παραδείγματα αλγοριθμικής διαχείρισης στη μετάφραση και σε άλλους τομείς. Αν και η τεχνολογία μπορεί να προσφέρει μεγάλα οφέλη, μπορεί επίσης να εκθέσει το κοινό σε κινδύνους. Δεδομένου ότι δεν μπορούμε να βασιστούμε στις τεχνολογικές εταιρείες, στους μηχανικούς και προγραμματιστές τους, προκειμένου να ενεργούν προς το καλύτερο συλλογικό μας συμφέρον ή σύμφωνα με τη δική μας ηθική, καθίσταται σημαντικό να διατηρούμε μια κριτική στάση απέναντι στην χρήση των τεχνολογιών - απ’αυτά προκύπτουν οι έννοιες της γνώσης δεδομένων, της γνώσης των ΜΜΕ και πληροφόρησης και της γνώσης της μηχανικής μετάφρασης (Bowker & Ciro 2019) που επινοήθηκαν προσφάτως.
![]() |
Στην ενότητα «Δεοντολογία για τους μεταφραστές» έγινε αναφορά στα πνευματικά δικαιώματα της μετάφρασης. Το θέμα αυτό είναι σημαντικό και τα μεταφραστικά δεδομένα είναι ιδιαίτερα πολύτιμα, καθώς οι υπάρχουσες μεταφράσεις αποτελούν τη βάση για πολλές σύγχρονες μεταφραστικές τεχνολογίες. Οι μεταφραστικές μνήμες χρησιμοποιήθηκαν αρχικά από μεταφραστές εξατομικευμένα ή για έργα ξεχωριστά. Ωστόσο, στις μέρες μας χρησιμοποιούνται από κοινού και επαναχρησιμοποιούνται είτε συγχρόνως είτε ασυγχρόνως. Αφού αφαιρεθούν τα μεταδεδομένα (αυτά που περιγράφουν τα δεδομένα με λεπτομέρειες για τον δημιουργό του αρχείου, τον χρόνο δημιουργίας κ.λπ.), οι μεταφραστικές μνήμες μετατρέπονται σε δίγλωσσα δεδομένα, δηλαδή στη βάση για την καθοδηγούμενη για δεδομένα μηχανική μετάφραση (ΜΜ). Βέβαια, μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμες και για άλλες τεχνολογίες μηχανικής μάθησης (τεχνολογίες στις οποίες τα μοτίβα εντοπίζονται στα δεδομένα χωρίς ρητές οδηγίες).
Ως πρώτο βήμα, ένα σύστημα μηχανικής μάθησης, όπως η νευρωνική ΜΜ(ΝΜΜ), μετατρέπει τα δεδομένα σε αριθμούς, εκτελώντας μεγάλο αριθμό πράξεων για να προβλέψει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα με βάση τα δεδομένα εκπαίδευσής του. Για τον λόγο αυτό, τέτοια συστήματα περιγράφονται συχνά ως υποσυμβολικά: μια αδιαπέραστη ακολουθία αριθμητικών τιμών και εξισώσεων. Η NMΜ μπορεί να μας παρέχει λογικά επακριβή και εξαιρετικά ευχερή αποτελέσματα, αλλά συχνά αναφέρεται ως «μαύρο κουτί», καθώς το σύστημα είναι ανεξιχνίαστο, καθιστώντας δύσκολη την εξήγηση των επιλογών που γίνονται στα προϊόντα παραγωγής του - ή την αλλαγή αυτών των επιλογών. Όσον αφορά στους μεταφραστές ως παρόχους δεδομένων για την εκπαίδευση της ΜΜ, μπορεί να γνωρίζουν ή να έχουν συμφωνήσει να παρέχουν υλικό για επανεκπαίδευση, αλλά μπορεί επίσης να μην έχουν επιτρέψει ρητά αυτή την επαναχρησιμοποίηση των μεταφράσεών τους, ιδίως εάν η μετάφραση έχει δημοσιευτεί στο διαδίκτυο και έχει συλλεχθεί σε κλίμακα για να χρησιμοποιηθεί για την εκπαίδευση του εκάστοτε συστήματος.
Η NMΜ διατηρεί την ουτοπική επικοινωνιακή πρόθεση των αρχικών πρωταγωνιστών στην ιστορία της ΜΜ, επιτρέποντας σε πολλούς ανθρώπους μια αποτελεσματική επικοινωνία σε πολλά σενάρια χαμηλού κινδύνου. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να αποτελεί εργαλείο για όλες τις περιστάσεις. Κατά τους Way (2018) και Moorkens (2022), η ορθόδοξη άποψη για τη χρήση της ΜΜ είναι ότι θα πρέπει να ποικίλλει ανάλογα με τη βιοσιμότητα, τον κίνδυνο και την αξία ενός κειμένου. Ωστόσο, ορισμένες ευρέως δημοσιευμένες και υπερβολικές δηλώσεις εκ μέρους των προγραμματιστών ΜΜ τείνουν να ωθήσουν τη μηχανική μετάφραση σε μια λιγότερο ενδεδειγμένη χρήση∙ όπως γράφει η Bowker, «η χρήση της μηχανικής μετάφρασης είναι εύκολη, η κριτική χρήση της απαιτεί σκέψη» (2023: 97). Επιπλέον, ο τελικός χρήστης της ΜΜ μπορεί να μην έχει επίγνωση των κινδύνων που εγκυμονεί η χρήση και η εμπιστοσύνη προς αυτήν χωρίς επανεξέταση ή αναθεώρηση. Οι Canfora & Ottmann (2020) δημιούργησαν μια χρήσιμη τυπολογία κινδύνων για τη χρήση της ΝΜΜ, που εκτείνεται από τον κίνδυνο λανθασμένης απόδοσης έως τον κίνδυνο τραυματισμού ή θανάτου.
Στο κατώτερο επίπεδο κινδύνου, οι ερευνητές διαπίστωσαν έναν βαθμό ουδετερότητας στην παραγωγή ΜΜ με συζήτηση για ομαλοποίηση στη μηχανική μετάφραση και μειωμένη λεξιλογική ποικιλομορφία (Vanmassenhove, Shterionov & Way 2019). Υπάρχουν προβλήματα που αφορούν στη μεροληψία, καθώς με βάση τα δεδομένα εκπαίδευσης, ορισμένα επαγγέλματα και επίθετα συνδέονται με ένα συγκεκριμένο φύλο, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένη διάκριση φύλου ή σε απόδοση που αλλάζει φύλο από τη μία πρόταση στην άλλη ή ακόμη και εντός μιας πρότασης. Πολύ περιστασιακά, η απόδοση μπορεί να είναι εντελώς άσχετη με το κείμενο-πηγή ή εντελώς λανθασμένη ως προς τη γραμματική, δημιουργώντας τη γνωστή ψευδαίσθηση. Στο πλαίσιο ενός συνόλου άπταιστων προτάσεων, αυτά τα μεμονωμένα λάθη είναι πιθανώς δύσκολο να εντοπιστούν, ακόμη και από έμπειρους μεταφραστές.
![]() |
Εικόνα από τις Ciora, Iren και Alikhani (2021) σχετικά με την συγκαλυμμένη προκατάληψη ως προς το φύλο στη ΜΜ: Χρησιμοποιώντας το Google Translate, το «My sister is a soccer player» μεταφράζεται με ακρίβεια σε «My female sibling is a soccer player», ενώ το «My brother is a soccer player» μεταφράζεται σε «My sibling is a soccer player». Το φύλο δηλώνεται φανερά μόνο όταν το υποκείμενο είναι γυναίκα.
Γι’ τον λόγο αυτό είναι σημαντικό να χρησιμοποιείται μια μέθοδος αξιολόγησης της ποιότητας της μετάφρασης, η οποία να ανταποκρίνεται στην προβλεπόμενη χρήση της. Υπάρχει μεγάλη βιβλιογραφία και πληθώρα μεθόδων σχετικά με την αξιολόγηση της μετάφρασης. Ωστόσο, ο ισχυρισμός που διατυπώθηκε το 2018, ότι η ΜΜ της Microsoft πέτυχε για ορισμένες εργασίες την ίδια ποιότητα μετάφρασης με την ανθρώπινη βασίστηκε κυρίως σε μια μέθοδο αξιολόγησης που χρησιμοποιείται για τη σύγκριση συστημάτων σε ανταγωνιστικές εργασίες της ΜΜ με τη χρήση πληθοπορισμού (crowdsourcing). Ένα λάθος στο κείμενο αντιστάθηκε στον ισχυρισμό της ανθρώπινης ισοδυναμίας με αποτέλεσμα οι Läubli, Castilho, Neubig κ.ά. (2020: 653) να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η «διαπίστωση της ισοδυναμίας ανθρώπου-μηχανής οφειλόταν σε αδυναμίες του σχεδιασμού της αξιολόγησης». Παρ’ όλα αυτά, ο αρχικός ισχυρισμός δημοσιοποιήθηκε ευρέως στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ενισχύοντας τη διαφήμιση της ΜΜ. Μάλιστα, ακολούθησε η χρήση του όρου «υπεράνθρωπος» για την απόδοση της ΝΜΜ σε ορισμένες ερευνητικές εργασίες. Η ερευνητική κοινότητα μπορεί να παρέμβειελάχιστα στους υπερβολικούς ισχυρισμούς και τη διαφημιστική εκστρατεία των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών σχετικά με τα εργαλεία τους. Ωστόσο, οι ερευνητές οφείλουν να είναι προσεκτικοί στην χρήση της γλώσσας, να χρησιμοποιούν κατάλληλες ερευνητικές μεθόδους και να αναφέρουν με υπευθυνότητα τα αποτελέσματα. Επίσης, μπορούμε να θεωρούμε χρήσιμη μια ευρύτερη, ολιστική θεώρηση της εγκυρότητας της έρευνας, ώστε να εξετάσουμε όχι μόνο τη σημασία και τη χρησιμότητα ενός μέτρου ή μιας βαθμολογίας ως βάση για την εγκυρότητα, αλλά και τις συνέπειες της χρήσης του. Αυτό εντάσσεται στις ευρύτερες δεοντολογικές θεωρήσεις των μελετητών, όπως αναλύεται στην επόμενη ενότητα.
Δεοντολογία για μελετητές της μετάφρασης
Η ερευνητική δεοντολογία θα πρέπει να καθοδηγεί τις αρχές, τον σχεδιασμό και τα σχέδια διάδοσης των ερευνητικών δραστηριοτήτων. Όπως αναφέρθηκε ήδη, ένας κώδικας ή ένα σύνολο κατευθυντήριων γραμμών είναι συνήθως πολύ περιοριστικά για να καλύψουν την πολλαπλότητα των μεθόδων και των εμπειριών που συναντώνται στην πραγματική ζωή. Οπότε στο πλαίσιο ενός πανεπιστημίου ένα συμβούλιο ή μια επιτροπή ερευνητικής δεοντολογίας είναι συνήθως οι αρμόδιοι να εγκρίνουν ή να τροποποιούν τα ερευνητικά σχέδια ώστε τα τελευταία να συμβαδίζουν με τις ευθύνες των ερευνητών και να αποφεύγονται τα επιστημονικάπαραπτώματα. Ως εκ τούτου, η αρμοδιότητά τους επεκτείνεται ακόμη και στη μεθοδολογία και την υλοποίηση της έρευνας. Ως ερευνητής, θεωρώ ότι πρέπει να δίνεται προτεραιότητα στις επιπτώσεις και τους κινδύνους της έρευνας για τους συμμετέχοντες, συμπεριλαμβανομένων των ερευνητών, για το ίδρυμά μας και την κοινωνία στο σύνολο. Η ερευνητική δεοντολογία έχει περάσει από το δόγμα «μη βλάψεις» σε μια κατάσταση με την οποία οφείλουμε να επιδιώκουμε να βοηθήσουμε ή να ωφελήσουμε τους συμμετέχοντες στην έρευνά μας. Όπως τονίζουν οι Mellinger & Baer (2020), μέχρι σήμερα υπήρχε έλλειψη έργων που να εστίαζαν στη δεοντολογία της έρευνας για τη μετάφραση, αν και γενικότερες δημοσιεύσεις σχετικά με τις μεθόδους έρευνας παρέχουν μια χρήσιμη βάση και προτείνουν δεοντολογικές ερευνητικές μεθόδους.
Μόλις εγκριθεί ένα ερευνητικό πρόγραμμα, πρέπει να ληφθούν υπόψη περαιτέρω δεοντολογικές αποφάσεις σχετικά με την εκπροσώπηση, οι οποίες σχετίζονται με τις ανισότητες εξουσίας μεταξύ ερευνητή και συμμετέχοντος, αποφάσεις σχετικά με το ποια δεδομένα θα συμπεριληφθούν ή θα αποκλειστούν και την προκατάληψη προς την αποκαλουμένη από τους Mellinger & Baer (2021: 366)«δυτική προκατάληψη στις μεθοδολογίες που χρησιμοποιούνται στη διαπολιτισμική και διαγλωσσική έρευνα». Ενδέχεται να υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ της ιδεολογίας του ερευνητή και της ιδεολογίας του συμμετέχοντος, οπότε είναι ζωτικής σημασίας η όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική εκπροσώπηση του συμμετέχοντος με σαφή γνωστοποίηση και επεξήγηση των αποφάσεων που αφορούν τα δεδομένα. Η ηγεμονία της αγγλικής γλώσσας ως γλώσσα της έρευνας, της δημοσίευσης και των αναφερόμενων έργων είναι και ένα άλλο ζήτημα που θίγουν οι Mellinger & Baer (2021), καθώς και η σχετική περιθωριοποίηση της μη ηγεμονικής γνώσης. Η σύστασή τους είναι η καλλιέργεια επίγνωσης της θέσης του ερευνητή: της κοινωνικής και πολιτικής του θέσης και του τρόπου με τον οποίο αυτή διαμορφώνει την ταυτότητά του και επιτρέπει διαφορετικά επίπεδα πρόσβασης στην κοινωνία. Στο πλαίσιο μιας αναστοχαστικής ερευνητικής πρακτικής, οι ερευνητές μπορούν να επιλέξουν να αναγνωριστεί η θέση τους σε μια δημοσιευμένη εργασία. Επίσης, μπορούν να προσπαθήσουν να αυξήσουν τη συνεργασία, ιδιαίτερα με τη συμμετοχή μη ηγεμονικών κοινοτήτων.
Ειδικότερα, όταν πρόκειται για συνεργασία με ευάλωτες ή περιθωριοποιημένες κοινότητες, υπάρχει μια τάση προς συνεργατικές προσεγγίσεις, χρησιμοποιώνταςμια ερευνητική δράση (έρευνα που μετράει τα αποτελέσματα μιας δράσης ή οδηγεί σε μια δράση), τη συμμετοχική έρευνα και τη συμμετοχική βασισμένη στην κοινότητα έρευνα (στην οποία οι συμμετέχοντες παίρνουν μέρος στο σχεδιασμό και την ανάπτυξη του έργου εξαρχής) και τη μετασχηματιστική έρευνα μεικτών μεθόδων (έρευνα μεικτών μεθόδων που περιλαμβάνει τη δοκιμή της αποτελεσματικότητας μιας παρέμβασης). Οι Mellinger & Baer (2021) συζητούν τη δεοντολογία που σχετίζεται με κάθε βήμα ενός ερευνητικού έργου, καθιστώντας τη δική τους δεοντολογία μία σημαντική συμβολή στον εμπλουτισμό της συμβουλευτικἠς βιβλιογραφίας στο στάδιο του σχεδιασμού και της υλοποίησης.
Ένας μικρός αλλά ολοένα αυξανόμενος αριθμός ερευνών σχετικά με τη μεταφραστική δεοντολογία ασχολείται με θέματα βιωσιμότητας, ενώ υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω εργασίες στον εν λόγω τομέα. Ο Cronin (2017) επικεντρώνεται στην οικολογική βιωσιμότητα και στα προβλήματα που σχετίζονται με τον ανθρώπινο εξαιρετισμό κατά την Ανθρωπόκαινο, δηλαδή την εποχή κατά την οποία ο άνθρωπος έχει επηρεάσει, κυρίως καταστροφικά, το κλίμα και τα οικοσυστήματα. Το ειδικό τεύχος του περιοδικού Translation Spaces με θέμα «Fair MΜ: Towards ethical, sustainable Machine Translation» (2020) (Δίκαιη ΜΜ: Προς μια ηθική, βιώσιμη μηχανική μετάφραση) αναφέρθηκε στην κοινωνική βιωσιμότητα, συμπεριλαμβανομένης της εργασιακής απασχόλησης και της ικανότητας της μεταφραστικής βιομηχανίας να προσελκύει νεοεισερχόμενους εν μέσω εργασιακών πρακτικών που δε μεγιστοποιούν την ικανοποίηση και τα κίνητρα των εργαζομένων.
Θεωρίες και πλαίσια από τη φιλοσοφία της τεχνολογίας, όπως η θεωρία των φορέων-δικτύων, έχουν χρησιμοποιηθεί στη μεταφραστική έρευνα σε αντίθεση με την κριτική θεωρία της τεχνολογίας καιτη μεταφαινομενολογία, οι οποίες δεν έχουν αξιοποιηθεί ακόμα, αν και θα μπορούσαν να παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τις χρήσεις της μεταφραστικής τεχνολογίας. Μια προσέγγιση της προληπτικής ηθικής θα μπορούσε επίσης να είναι χρήσιμη για τις ανερχόμενες τεχνολογίες. Ο σκοπός της εφαρμογής αυτών των προσεγγίσεων είναι να μας βοηθήσει να χαράξουμε ένα βιώσιμο μονοπάτι για να καθοδηγήσουμε την αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπου και μηχανής. Για περαιτέρω προτάσεις προς αυτήν την κατεύθυνση βλέπε Reijers and Dupont (2023). Η μετάφραση είναι εξαιρετικά κατάλληλη για συζητήσεις σε αυτό το πεδίο, υποβοηθούμενη από τα πλαίσια και τις θεωρίες της δεοντολογικής έρευνας. Όπως γράφει ο Cronin (2021: 291), είναι «λιγότερο πιθανό να είναι η τεχνική μας μοναδικότητα που θα μας σώσει, αλλά πιθανότατα η μοναδικότητα της ηθικής μας ικανότητας ως μεταφραστές να συλλάβουμε έναν κόσμο όπου η σύνδεση είναι το παν και η διαφορά είναι παντού».





